Ο Bilbo ζει μια ήρεμη φυσιολογική ζωή, για Hobbit, στο χωριό του, το Shire. Μια μέρα, ένας παλιός του φίλος, ο μάγος Gandalf, εμφανίζεται στο σπίτι του και μαζί του φέρνει δεκατρείς νάνους. Οι ομάδα των νάνων έχουν βάλει σκοπό την επανάκτηση του παλιού τους βασιλείου, του Erebor, το οποίο έχει καταληφθεί από έναν δράκο αρκετά χρόνια πριν. Ο Gandalf πιστεύει πως η ομάδα δεν είναι πλήρης και πως, ο Bilbo είναι ο κρίκος που της λείπει. Αφού τον πείθουν να κάνει κάτι που ξεφεύγει πολύ από την κουλτούρα των συνηθισμένων Hobbit, να αφήσει την ηρεμία του σπιτιού του, ξεκινάνε όλοι μαζί για ένα ταξίδι που περιλαμβάνει πολλούς κινδύνους αλλά και αναπάντεχες συναντήσεις.
Μετά την κυκλοφορία του τελευταίου μέρους της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών το 2003, όλοι περιμέναμε πότε θα μας δοθεί η ευκαιρία να ξαναταξιδέψουμε στον μαγικό κόσμο της Middle Earth. Σχεδόν δέκα χρόνια μετά και ύστερα από πολλά προβλήματα και συνεχείς αναποδιές, ο Peter Jackson μας ξανασυστήνει την μυθολογία του J.R.R. Tolkien, αυτή τη φορά με το Hobbit, ένα βιβλίο που εξιστορεί την ζωή του νεαρού Bilbo Baggins και την εύρεση του δαχτυλιδιού, την ιστορία του οποίου βλέπουμε στην τριλογία του Άρχοντα. Η πλοκή και η αισθητική αυτού του prequel είναι ελαφρώς ποιο παιδική από αυτή του Άρχοντα, αλλά αυτό ισχύει κυρίως για το βιβλίο. Η δουλειά του Peter Jackson ξεχωρίζει για την απαράμιλλη ποιότητα και εμμονή στην λεπτομέρεια, αποτέλεσμα της οποίας είναι η δημιουργία μερικών θεαματικών πλάνων και σκηνικών που ξεπερνάνε κάθε φαντασία, φτάνοντας το επίπεδο παραγωγής στα όρια του. Αυτό όμως ο Jackson το έχει ξανακάνει και γι' αυτό αυτή τη φορά βάζει στόχο την κατάρριψη ενός κινηματογραφικού καθεστώτος που κρατάει πάρα πολλά χρόνια, και αυτό είναι ο ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονται μπροστά στα μάτια του θεατή οι εικόνες που αποτελούν το κινούμενο βίντεο. Τα συνηθισμένα 24fps γίνονται για πρώτη φορά στην μεγάλη οθόνη 48fps, μια τεχνική που επαναπροσδιορίζει το 3D και βάζει τον θεατή κυριολεκτικά μέσα στον κόσμο της ταινίας, κάνοντας την θέαση της πολύ πιο φυσιολογική.
Η ταινία όμως δεν περιορίζεται στα τεχνικά της χαρακτηριστικά, καθώς η τρομερή δουλειά επεκτείνεται και στο cast των ηθοποιών, το οποίο περιλαμβάνει κάποιους παλιούς γνώριμους και κάποιους νέους. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε τον Ian McKellen να επιστρέφει στον ρόλο του Gandalf, τον Richard Armitage στον ρόλο του Thorin και τον μοναδικό και, τώρα πια, ιδεατό για τον ρόλο, Martin Freeman ως Bilbo, με την ερμηνεία του τελευταίου να ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Φυσικά το cast περιλαμβάνει ακόμα μια πλειάδα ηθοποιών, μερικοί από τους οποίους είναι ο Hugo Weaving, η Cate Blanchett και ο Andy Serkis. Φυσικά, δεν γίνετε να παραβλέψουμε την μουσική επένδυση της ταινίας, με τον Howard Shore να υπογράφει άλλη μια δουλειά που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αριστούργημα.
Το Hobbit όμως, δυστυχώς, έχει και ελαττώματα τα οποία προέρχονται από την υπερπροσπάθεια του Peter Jackson να φέρει στην μεγάλη οθόνη όσο περισσότερο από το μεγαλείο της Μέσης Γης μπορεί. Στην προσπάθειά του αυτή, ξεχειλώνει μια ιστορία που δεν είναι το ίδιο επική με αυτή του Άρχοντα και προσθέτει κομμάτια από παράλληλες ιστορίες που δημιουργούν ένα αποτέλεσμα με αρκετά σημεία που θα φανούν αδιάφορα και διάρκεια που σίγουρα θα κουράσει τους λιγότερο φανατικούς. Σίγουρα η σύγκριση με την προηγούμενη τριλογία είναι άδικη, αλλά ταυτοχρόνως είναι και αναπόφευκτη, ειδικά μετά την επιλογή του Peter Jackson να γυρίσει και το Hobbit, χωρίς τελικά να χρειάζεται, σε τρία μέρη. Τα προβλήματα συνεχίζονται, αυτή τη φορά σχεδόν δικαιολογημένα, καθώς μεγάλη μερίδα του κοινού δεν έμεινε απόλυτα ευχαριστημένο από την νέα τεχνολογία του 48FPS, αλλά αυτό είναι αναμενόμενο μετά από μια τόσο νέα, επαναστατική τεχνική.
Η δουλειά του Peter Jackson αντιστοιχεί σε αυτή ενός πραγματικού φανατικού του μύθου και της φαντασίας των έργων του Tolkien, και αυτό αποτυπώνεται στο τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί αυτό να απέχει πολύ από την ταινία που κέρδισε 11 Oscar πριν από σχεδόν μια δεκαετία, αλλά δεν γίνεται να μην μείνεις έκθαμβος από την ποιότητα της παραγωγής και της εμμονής στην πιστότητα και τελειότητα. Το Hobbit μπορεί να μην είναι το αριστούργημα που αναζητούσαμε, αλλά σίγουρα, μαζί με τις 2 επόμενες συνέχειές του, θα καλύψει την ανάγκη, των fans τουλάχιστον, για περισσότερη Μέση Γη.
Μετά την κυκλοφορία του τελευταίου μέρους της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών το 2003, όλοι περιμέναμε πότε θα μας δοθεί η ευκαιρία να ξαναταξιδέψουμε στον μαγικό κόσμο της Middle Earth. Σχεδόν δέκα χρόνια μετά και ύστερα από πολλά προβλήματα και συνεχείς αναποδιές, ο Peter Jackson μας ξανασυστήνει την μυθολογία του J.R.R. Tolkien, αυτή τη φορά με το Hobbit, ένα βιβλίο που εξιστορεί την ζωή του νεαρού Bilbo Baggins και την εύρεση του δαχτυλιδιού, την ιστορία του οποίου βλέπουμε στην τριλογία του Άρχοντα. Η πλοκή και η αισθητική αυτού του prequel είναι ελαφρώς ποιο παιδική από αυτή του Άρχοντα, αλλά αυτό ισχύει κυρίως για το βιβλίο. Η δουλειά του Peter Jackson ξεχωρίζει για την απαράμιλλη ποιότητα και εμμονή στην λεπτομέρεια, αποτέλεσμα της οποίας είναι η δημιουργία μερικών θεαματικών πλάνων και σκηνικών που ξεπερνάνε κάθε φαντασία, φτάνοντας το επίπεδο παραγωγής στα όρια του. Αυτό όμως ο Jackson το έχει ξανακάνει και γι' αυτό αυτή τη φορά βάζει στόχο την κατάρριψη ενός κινηματογραφικού καθεστώτος που κρατάει πάρα πολλά χρόνια, και αυτό είναι ο ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονται μπροστά στα μάτια του θεατή οι εικόνες που αποτελούν το κινούμενο βίντεο. Τα συνηθισμένα 24fps γίνονται για πρώτη φορά στην μεγάλη οθόνη 48fps, μια τεχνική που επαναπροσδιορίζει το 3D και βάζει τον θεατή κυριολεκτικά μέσα στον κόσμο της ταινίας, κάνοντας την θέαση της πολύ πιο φυσιολογική.
Η ταινία όμως δεν περιορίζεται στα τεχνικά της χαρακτηριστικά, καθώς η τρομερή δουλειά επεκτείνεται και στο cast των ηθοποιών, το οποίο περιλαμβάνει κάποιους παλιούς γνώριμους και κάποιους νέους. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε τον Ian McKellen να επιστρέφει στον ρόλο του Gandalf, τον Richard Armitage στον ρόλο του Thorin και τον μοναδικό και, τώρα πια, ιδεατό για τον ρόλο, Martin Freeman ως Bilbo, με την ερμηνεία του τελευταίου να ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Φυσικά το cast περιλαμβάνει ακόμα μια πλειάδα ηθοποιών, μερικοί από τους οποίους είναι ο Hugo Weaving, η Cate Blanchett και ο Andy Serkis. Φυσικά, δεν γίνετε να παραβλέψουμε την μουσική επένδυση της ταινίας, με τον Howard Shore να υπογράφει άλλη μια δουλειά που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αριστούργημα.
Το Hobbit όμως, δυστυχώς, έχει και ελαττώματα τα οποία προέρχονται από την υπερπροσπάθεια του Peter Jackson να φέρει στην μεγάλη οθόνη όσο περισσότερο από το μεγαλείο της Μέσης Γης μπορεί. Στην προσπάθειά του αυτή, ξεχειλώνει μια ιστορία που δεν είναι το ίδιο επική με αυτή του Άρχοντα και προσθέτει κομμάτια από παράλληλες ιστορίες που δημιουργούν ένα αποτέλεσμα με αρκετά σημεία που θα φανούν αδιάφορα και διάρκεια που σίγουρα θα κουράσει τους λιγότερο φανατικούς. Σίγουρα η σύγκριση με την προηγούμενη τριλογία είναι άδικη, αλλά ταυτοχρόνως είναι και αναπόφευκτη, ειδικά μετά την επιλογή του Peter Jackson να γυρίσει και το Hobbit, χωρίς τελικά να χρειάζεται, σε τρία μέρη. Τα προβλήματα συνεχίζονται, αυτή τη φορά σχεδόν δικαιολογημένα, καθώς μεγάλη μερίδα του κοινού δεν έμεινε απόλυτα ευχαριστημένο από την νέα τεχνολογία του 48FPS, αλλά αυτό είναι αναμενόμενο μετά από μια τόσο νέα, επαναστατική τεχνική.
Η δουλειά του Peter Jackson αντιστοιχεί σε αυτή ενός πραγματικού φανατικού του μύθου και της φαντασίας των έργων του Tolkien, και αυτό αποτυπώνεται στο τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί αυτό να απέχει πολύ από την ταινία που κέρδισε 11 Oscar πριν από σχεδόν μια δεκαετία, αλλά δεν γίνεται να μην μείνεις έκθαμβος από την ποιότητα της παραγωγής και της εμμονής στην πιστότητα και τελειότητα. Το Hobbit μπορεί να μην είναι το αριστούργημα που αναζητούσαμε, αλλά σίγουρα, μαζί με τις 2 επόμενες συνέχειές του, θα καλύψει την ανάγκη, των fans τουλάχιστον, για περισσότερη Μέση Γη.










