Στο Παρίσι της δεκαετίας του 1960 ο Jean-Louis Joubert είναι ένας επιτυχημένος χρηματιστής και ζει με την σύζυγό του, Suzanne Joubert, σε ένα αξιοπρεπέστατο διαμέρισμα. Τα δύο παιδιά τους πηγαίνουν σε εσωτερικό σχολείο ενώ το ζευγάρι έχει και την δική του υπηρέτρια στο σπίτι. Στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας θα μετακομίσουν έξι γυναίκες, οι οποίες πήγαν στο Παρίσι από την Ισπανία με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αφού εκείνη την εποχή ο Francisco Franco είχε επιβάλλει την δικτατορία του στην χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου. Οι συγκεκριμένες κοπέλες δουλεύουν ως υπηρέτριες σε σπίτια πλούσιων, όπως και η Maria Gonzalez, η οποία πιάνει δουλειά στο σπίτι του Joubert. Η ζωή, ο απλός και όμορφος τρόπος σκέψης αυτών των έξι γυναικών θα κλονίσει τον εσωτερικό κόσμο του πλούσιου χρηματιστή, με αποτέλεσμα να δει κάτι εντελώς διαφορετικό από ότι είχε συνηθίσει να βλέπει στην δική του ζωή.
Οι «Γυναίκες του Τελευταίου Ορόφου» είναι απλές, χαρούμενες, γεμάτες ζωντάνια και σε κάνουν να κοιτάξεις την θετική πλευρά της ζωής. Στο τέλος, η ταινία σου αφήνει μια γλύκα δείχνοντάς σου την ανάγκη του ανθρώπου για αληθινές κοινωνικές σχέσεις και την συντροφικότητα. Μπορεί το φιλμ να αναφέρεται στα χρόνια του ’60 αλλά παραμένει επίκαιρη και στις μέρες μας, όπου η κρίση στις κοινωνίες είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Ο Philippe Le Guay μας παρουσιάζει δύο διαφορετικούς κόσμους οι οποίοι, αν οι άνθρωποι ρίξουν τα τείχη ανάμεσά τους, μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. Και το σημαντικό είναι πως η στροφή ενός ατόμου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, και αυτό είναι που τελικά μετράει, ότι θα γίνει αυτή η κοινωνική στροφή.
Η ταινία ανεβαίνει επίπεδο και με τους χαρακτήρες, οι οποίοι παρουσιάζονται με πολύ όμορφο τρόπο. Από την μία ο πρωταγωνιστής, Fabrice Luchini (Potiche), που με γλυκό τρόπο ενσαρκώνει τον πλούσιο που δείχνει ικανός να αφήσει την βολική ζωή του και η γυναίκα του, Sandrine Kiberlain, με την ρεαλιστική δόση της σνομπ κοπέλας προς τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Από την άλλη, οι έξι γυναίκες γεμάτες χαρά και καλή καρδιά καταφέρνουν να συγκινήσουν αλλά και να σου προκαλέσουν μια ευφορία. Ιδιαίτερα η συμπρωταγωνίστρια, Natalia Verbeke, δίνει μια ομορφιά τόσο εμφανισιακά όσο και εσωτερικά με την φρεσκάδα της στον ρόλο.
Το μόνο αρνητικό της ταινίας είναι η προβλεψιμότητα της πλοκής. Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις το τί πρόκειται να συμβεί στην συνέχεια. Ωστόσο, αυτό δεν στέκεται εμπόδιο ώστε να θεαθεί το “The Women on the 6th Floor” με ευχαρίστηση χωρίς να προλάβει να σε κουράσει, αφού η διάρκειά της δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.
Οι «Γυναίκες του Τελευταίου Ορόφου» είναι απλές, χαρούμενες, γεμάτες ζωντάνια και σε κάνουν να κοιτάξεις την θετική πλευρά της ζωής. Στο τέλος, η ταινία σου αφήνει μια γλύκα δείχνοντάς σου την ανάγκη του ανθρώπου για αληθινές κοινωνικές σχέσεις και την συντροφικότητα. Μπορεί το φιλμ να αναφέρεται στα χρόνια του ’60 αλλά παραμένει επίκαιρη και στις μέρες μας, όπου η κρίση στις κοινωνίες είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Ο Philippe Le Guay μας παρουσιάζει δύο διαφορετικούς κόσμους οι οποίοι, αν οι άνθρωποι ρίξουν τα τείχη ανάμεσά τους, μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. Και το σημαντικό είναι πως η στροφή ενός ατόμου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, και αυτό είναι που τελικά μετράει, ότι θα γίνει αυτή η κοινωνική στροφή.
Η ταινία ανεβαίνει επίπεδο και με τους χαρακτήρες, οι οποίοι παρουσιάζονται με πολύ όμορφο τρόπο. Από την μία ο πρωταγωνιστής, Fabrice Luchini (Potiche), που με γλυκό τρόπο ενσαρκώνει τον πλούσιο που δείχνει ικανός να αφήσει την βολική ζωή του και η γυναίκα του, Sandrine Kiberlain, με την ρεαλιστική δόση της σνομπ κοπέλας προς τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Από την άλλη, οι έξι γυναίκες γεμάτες χαρά και καλή καρδιά καταφέρνουν να συγκινήσουν αλλά και να σου προκαλέσουν μια ευφορία. Ιδιαίτερα η συμπρωταγωνίστρια, Natalia Verbeke, δίνει μια ομορφιά τόσο εμφανισιακά όσο και εσωτερικά με την φρεσκάδα της στον ρόλο.
Το μόνο αρνητικό της ταινίας είναι η προβλεψιμότητα της πλοκής. Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις το τί πρόκειται να συμβεί στην συνέχεια. Ωστόσο, αυτό δεν στέκεται εμπόδιο ώστε να θεαθεί το “The Women on the 6th Floor” με ευχαρίστηση χωρίς να προλάβει να σε κουράσει, αφού η διάρκειά της δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.











