Ξανά μαζί σε λίγες ημέρες

Pet Shop Boys – Electric

Οι Pet Shop Boys αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μουσικά σχήματα της ηλεκτρονικής σκηνής που εδώ και τρεις δεκαετίες βγάζουν τραγούδια με άκρως χορευτική διάθεση

Dark Skies

Οι Daniel και Lacy Barrett ζουν μια γαλήνια προαστιακή ζωή στην Αμερική, σε ένα μεγάλο σπίτι με τα δύο τους παιδιά

Susanne Sundfor – The Silicone Veil

Με μια σταθερή – και ταπεινή – πορεία από το 2007 η Susanne Sundfor χτίζει το δικό της όνομα στην εναλλακτική μουσική σκηνή της Νορβηγίας και πλέον της Ευρώπης.

Happiness Never Comes Alone

Ο Sacha ως ορκισμένος εργένης που είναι βγαίνει κάθε βράδυ για ποτά, χρούς και ξέφρενα πάρτυ. Επίσης, ως συνθέτης και εκπληκτικός πιανίστας ξενυχτάει συνθέτοντας κομμάτια και με το μπουκάλι ποτού ανά χείρας.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Headshot

Ο Tul είναι ένας αστυνομικός της Bangkok που προσπαθεί να ξεσκεπάσει ένα μεγάλο κύκλωμα ναρκωτικών, στο οποίο όμως εμπλέκονται και πολιτικοί. Όταν αυτοί θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να τον δωροδοκήσουν, θα του στήσουν μια πλεκτάνη που θα τον στείλει στην φυλακή. Με την ηθική του κλονισμένη, ο Tul μεταμορφώνεται σε έναν άριστο πληρωμένο δολοφόνο κάτω από την καθοδήγηση του Demon, ενός μυστήριου ανθρώπου του οποίου η φιλοσοφία είναι πως το κακό θα υπάρχει για πάντα μέσα στον άνθρωπο. Σε μία από τις αποστολές του, ο Tul πυροβολείται στο κεφάλι, επιζεί, αλλά μετά από τρεις μήνες σε κωματώδη κατάσταση, ξυπνά και αντιλαμβάνεται πως βλέπει τον κόσμο γύρω του κυριολεκτικά ανάποδα.
Ο Ταϊλανδέζικος κινηματογράφος είναι γνωστός για την απίστευτης ταχύτητας δράση και τις μοναδικές χορογραφίες σκηνών μάχης σώμα με σώμα. Ο Pen-Ek Ratanaruang κάνει την διαφορά, και σκηνοθετεί ένα έργο που αυτοχαρακτηρίζεται ως “crime noir” με πολλές δόσεις θρίλερ. Οπτικά το έργο σε κερδίζει μονομιάς, με τα σκοτεινά χρώματα και τις λήψεις που δίνουν μια έντονη ποιητική νότα στην ταινία. Η αφήγηση του έργου δεν ακολουθεί κάποια χρονική σειρά, καθώς οι σκηνές εναλλάσσονται ανάμεσα στης καταστάσεις που βρίσκεται ο Tul, πότε ως ο νόμιμος αστυνομικός, πότε ως ο εκδικητής αλλά στυγνός δολοφόνος, πότε ως φυγάς και πότε ως μοναχός που αναζητά την ηρεμία του μυαλού. Αυτή η περίπλοκη δομή απαιτεί την αμέριστη προσοχή του θεατή, καθώς είναι εύκολο να χαθεί στην προσπάθεια του Tul να ανακαλύψει την αλήθεια αλλά τελικά και τον ίδιο του τον εαυτό.
Η ταινία πέρα από αρκετή δράση και σκηνές βίας που μπορούν να σοκάρουν, προσφέρεται και για αλληγορικές αναγνώσεις πάνω σε θέματα όπως η δικαιοσύνη, η ηθική και η αγάπη. Το αποτέλεσμα της δουλειάς του Pen-Ek Ratanaruang σου δίνει την εντύπωση πως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστούργημα, αν δεν προσπαθούσε τόσο πολύ να γίνει τέτοιο! Σε κάποιο σημείο η ταινία μπορεί να κουράσει είτε με την δομή της είτε με την απαίτηση των απαραίτητων συσχετισμών, αλλά συνολικά πρόκειται για μία πολύ καλή δουλειά. Το Headshot επιλέχθηκε για την εκπροσώπηση της Ταϊλάνδης στα φετινά βραβεία Όσκαρ.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Love This Giant – David Byrne and St. Vincent

Δύο μουσικές δυνάμεις ενώνονται φέτος και παρουσιάζουν έναν δίσκο με μεγάλες προσδοκίες. Ο ένας έρχεται απο την Μεγάλη Βρετανία με πολύ μεγάλο παρελθόν στην μουσική βιομηχανία. Πρόκειται για τον David Byrne, ο οποίος στα 60 του χρόνια συνεχίζει να μπαίνει στο στούντιο και να ηχογραφεί καινούρια τραγούδια. Το μέλος των θρυλικών Talking Heads και με μια τρομερή προσωπική δισκογραφία επιστρέφει μουσικά για κάτι που γνωρίζει πολύ καλά, να μας εντυπωσιάζει με τις συνθέσεις του. Η άλλη μουσική δύναμη είναι μια σχετικά νέα καλλιτέχνις από την Αμερική, όπου μπορεί να θεωρηθεί πλέον καταξιωμένη στον χώρο της. Η St. Vincent ακριβώς ένα χρόνο μετά το “Mercy”, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της περσινής χρονιάς, εμφανίζεται στο πλευρό του David Byrne και μαζί του κυκλοφορεί το “Love This Giant”.
Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με έναν πολύ υψηλής παραγωγής δίσκο. Αυτό φαίνεται και από τον πραγματικά μεγάλο αριθμό μουσικών που έδωσαν το κατιτίς τους στα 12 τραγούδια του άλμπουμ. Η ενορχήστρωση δεν είναι καμία πρόχειρη ενώ τα κομμάτια που τα περισσότερα είναι συνθέσεις του Byrne και της St. Vincent δεν μπορούν να θεωρηθούν «τυχαία». Όλα αυτά βέβαια δεν είναι αρκετά για να αρέσει ο δίσκος. Στα 50 λεπτά που διαρκεί το άλμπουμ η βαρεμάρα αναπτύσσεται με απίστευτους ρυθμούς. Το “Who” που ανοίγει τον δίσκο και που αποτελεί single (μάλλον και το μοναδικό single) αξίζει σε σχέση με τα υπόλοιπα υποτονικά κομμάτια. Τα πολλά πνευστά δίνουν έναν funky τόνο, ο οποίος όμως γίνεται και αυτός βαρετός μετά από λίγο.
Η «εμπειρία» του David Byrne σε συνδυασμό με την φρεσκάδα της St. Vincent θα μπορούσαν να προσφέρουν κάτι το πολύ καλό. Το “Love This Giant”, όμως, δεν δικαιώνει ούτε τους δύο καλλιτέχνες – ο David Byrne καλό θα είναι να αρχίσει να αποσύρεται σιγά σιγά – και δυστυχώς ούτε τους πολλούς ακροατές που περίμεναν αυτή την συνεργασία. Η St. Vincent είμαι σίγουρος πως θα επιστρέψει δριμύτερη στο μέλλον με έναν προσωπικό δίσκο.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Kauwboy

Ο Jojo ζει με τον πατέρα του, την στιγμή που η μητέρα του, διάσημη τραγουδίστρια, κάνει περιοδεία μακριά του. Ο πατέρας του είναι απόμακρος, αυστηρός και σχεδόν πάντα νευριασμένος. Ο μικρός Jojo ψάχνει απεγνωσμένα την επαφή και τελικά την βρίσκει σε ένα νεογέννητο πουλί. Η φιλία με το ζωάκι τον φέρνει αντιμέτωπο με τον πατέρα του και τον αναγκάζει να του εναντιωθεί. Η ένταση μεταξύ τους αυξάνεται μέχρι τη στιγμή που ο Jojo θα αναγκαστεί αποδεχθεί την αλήθεια.

Ο Boudewijn Koole σκηνοθετεί μια οικογενειακή ταινία που ασχολείται με το δράμα της ζωής. Η παιδική αθωότητα του Jojo είναι μαγευτική αλλά και συγκινητική. Η σχέση του με το ζώο βρίσκεται σε πρώτο πλάνο αλλά στην πραγματικότητα είναι το μέσο για να μπορέσει ο μικρός να δεχτεί την σκληρότητα της ζωής. Μαζί με τον μικρό φυσικά, αναγκάζεται να αλλάξει και ο πατέρας, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν με την γαλήνη που τους αξίζει. Το βλέμμα του μικρού Rick Lens βγάζει όλη την αθωότητα που έχει ένα δεκάχρονο παιδί και ο τρόπος που αυτό βλέπει, ή όχι, τα πράγματα κάνει τον χαρακτήρα του, Jojo αξιολάτρευτο από την αρχή. Η ταινία στοχεύει το παιδικό κοινό, αλλά δεν απευθύνεται αυστηρά μόνο σε αυτό. Μετά από το πέρασμά της από διάφορα φεστιβάλ, η Ολλανδία επέλεξε να την στείλει στα φετινά Όσκαρ.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

John Frusciante – PBX Funicular Intaglio Zone

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το τέταρτο ΕΡ του με τον τίτλο “Letur Lefr”, το οποίο προξένησε μια δυσαρέσκεια στις τάξεις των οπαδών του. Με τα έξι κομμάτια που κυκλοφόρησε θέλησε να κάνει μια στροφή στην μουσική του, βάζοντας την ηλεκτρονική μουσική και το hip hop περισσότερο στα τραγούδια του σε σύγκριση με προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές του που χαρακτηρίζονταν από εξαιρετικούς ροκ ήχους. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το εγχείρημά του δεν πέτυχε αφού στην ουσία το ΕΡ ήταν ένα άσχημο συνοθύλευμα μεταξύ ανισόρροπων ηλεκτρονικών μελωδιών και beats. Δύο μήνες αργότερα, ο John Frusciante κυκλοφορεί ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ που τιτλοφορείται “PBX Funicular Intaglio Zone”.
Και σε αυτό τον δίσκο, ο Νεοϋορκέζος καλλιτέχνης χρησιμοποιεί πολύ το συνθεσάϊζερ και αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία εμμένοντας σε αυτή την κίνησή του να στραφεί προς άλλα μουσικά μονοπάτια. Όπως και στο artwork του άλμπουμ, που έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο Frusciante, το οποίο και εδώ θυμίζει ζωγραφιά μικρού παιδιού, όπως και στο προηγούμενο δίσκο του. Η πρώτη ακρόαση έχει καλά και κακά αποτελέσματα. Τα καλά είναι ότι ο δίσκος δεν θυμίζει τόσο πολύ το προηγούμενο ΕΡ και οι μελωδίες του είναι αρκετά πιο «εύπεπτες». Τα κακά είναι ότι και πάλι ο συνδυασμός διαφορετικών ήχων δημιουργούν αναπόφευκτα μια κάποια σύγχυση σε αυτόν που το ακούει. Εδώ ο πρώην κιθαρίστας των Red Hot Chili Peppers (I’m With You) έβαλε περισσότερη ηλεκτρική κιθάρα και κρουστά, γι’ αυτό ίσως τα 10 τραγούδια του δίσκου ακούγονται με ευχαρίστηση χωρίς να ξενίζουν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων όπου πραγματικά χάνεις την μπάλα με τις κάπως άστοχες εναλλαγές των πολλών διαφορετικών μελωδιών. Άλλο ένα «πλεονέκτημα» της συγκεκριμένης κυκλοφορίας – πάντα σε σύγκριση με την προηγούμενη δουλειά – είναι ο στίχος που έχουν τα περισσότερα κομμάτια και έτσι δεν κουράζει η πολύπλοκη μουσική.
Το “PBX Funicular Intaglio Zone” είναι σαφώς το καλύτερο δείγμα που έχει να επιδείξει ο John Frusciante από τότε που ξεκίνησε να κάνει την αλλαγή στις μουσικές του. Το ότι ο ίδιος παίζει όλα τα όργανα του άλμπουμ, ο ίδιος έχει επιμεληθεί την συσκευασία του δίσκου, ο ίδιος είναι παραγωγός και φυσικά ο ίδιος έχει γράψει όλα τα τραγούδια σημαίνει πως ο συγκεκριμένος δίσκος μόνο πρόχειρος δεν μπορεί να θεωρηθεί. Με λίγο κόπο και πίεση, ίσως βρεις κάποια σημεία μέσα από το άλμπουμ που θα σε ενθουσιάσουν και θα σε κάνουν να τα ξανακούσεις. Μάλλον πολλοί θα αναπολούν κάποιες προηγούμενες δουλειές του Frusciante, όπως το εξαιρετικό “The Empyrean”.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Savages / 18ες Νύχτες Πρεμιέρας

Ο Chon και ο Ben είναι παιδικοί φίλοι και έχουν μαζί μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση, την καλύτερη παραγωγή χασίς. Η Ophelia είναι άλλο ένα κοινό των δύο αντρών, καθώς οι τρεις τους έχουν βρει έναν μοναδικό τρόπο για να μοιράζονται τα πάντα. Η ζωή στην Laguna Beach μοιάζει ονειρική, μέχρι που εμφανίζεται το πολύ ισχυρό και άγριο καρτέλ ναρκωτικών της Baja. Η αρχηγός του καρτέλ, Elena, θα απαγάγει την Ophelia ώστε να τους έχει υποχείρια της, υποτιμώντας την αγάπη τους και τα όρια που θα περάσουν για να την πάρουν πίσω. Στην ιστορία μπλέκεται και ο διεφθαρμένος αστυνομικός Dennis και το δεξί χέρι της Elena, Lado, και όλοι μαζί φτιάχνουν ένα σύνολο έτοιμο να εκραγεί.
Ο Oliver Stone σκηνοθετεί ένα βρώμικο και βίαιο μίγμα περιπέτειας και θρίλερ, με την ελπίδα να γυρίσει στον παλιό καλό του εαυτό και να διαγράψει τις πρόσφατες αποτυχίες του. Στο Savages ξεφεύγει από την σύντομη εμμονή του με την πολιτική και ασχολείται με ναρκωτικά , σεξ, και όπλα, από την μεριά των εγκληματιών. Ο Chon και ο Ben δεν ακολουθούν το συνηθισμένο στερεότυπο τον εμπόρων ναρκωτικών, αλλά για να πάρουν πίσω τον έρωτα της ζωής τους, θα χρειαστεί να πέσουν στο επίπεδο των αντιπάλων τους και να γίνουν και αυτοί εξίσου άγριοι! Η ταινία περιέχει μερικές πολύ βίαιες, ίσως έως και ενοχλητικές, σκηνές αλλά o Oliver Stone προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες με γερές δόσεις χιούμορ και καταπληκτικές ατάκες από το χαρισματικό της cast. Η ένταση στην ταινία ανεβαίνει σταδιακά καθώς τα βρόμικα παιχνίδια των κακοποιών καταλήγουν στην τελική κάθαρση.
Ο δυνατότερος τομέας του Savages είναι μακράν το cast του. Ο σκληρός πολεμιστής Taylor Kitsch (John Carter , Battleship), η αγνή και όμορφη Blake Lively (Gossip Girl) και ο φιλοσοφημένος Aaron Taylor-Johnson συνθέτουν το πρωταγωνιστικό τρίο, με τον καθένα να δίνει από μια πολύ καλή ερμηνεία. Την παράσταση όμως, απολύτως λογικά, κλέβουν οι δεύτεροι ρόλοι, αφού ο Benicio Del Toro στον ρόλο του ψυχοπαθούς Lado και ο John Travolta στον ρόλο του διεφθαρμένου Dennis, δίνουν με την εμφάνισή τους τις καλύτερες στιγμές της ταινίας, ενώ το cast συμπληρώνει η πάντα γοητευτική Salma Hayek. Εξίσου καλή δουλειά έχει γίνει και στο soundtrack της ταινίας.
Το Savages κερδίζει τον θεατή με την ενέργεια την οποία του μεταφέρει, ακόμα και όταν δεν εξελίσσεται η δράση. Ο Oliver Stone μπορεί να φαίνεται αναποφάσιστος, ως προς τί ταινία ακριβώς ήθελε να φτιάξει, καθώς πολλοί θα θέλανε να είναι πιο σκοτεινή ενώ άλλοι θα ήθελαν ακόμα περισσότερο χιούμορ, αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα είναι πολύ καλύτερο από τις τελευταίες του δουλειές, οπότε μπορούμε να εκλάβουμε το Savages ως μικρό σημάδι επιστροφής του.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Pink – The Truth About Love

Ξεκίνησε την δισκογραφική της πορεία το 2000 με το πρώτο της άλμπουμ και από τότε έχει κυκλοφορήσει πέντε δίσκους, οι οποίοι όλοι έχουν γίνει πλατινένιοι σε πολλές χώρες και έχουν βγάλει αμέτρητες επιτυχίες για την Alecia Beth Moore (όπως είναι το κανονικό όνομά της). Οι στίχοι της πολλές φορές έχουν προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, όπως το ίδιο συνέβαινε και με την εξωτερική της εμφάνιση καθώς τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει κάνει στροφή προς το «σοβαρό» της πρόσωπο μετά την εγκυμοσύνη της. Η Pink – έτσι όπως είναι γνωστή παγκοσμίως – αποτελεί μία από τις καλύτερες στην pop rock μουσική και φέτος επιστρέφει με την έκτη δισκογραφική δουλειά της για να μας εξηγήσει όλη την αλήθεια γύρω από την αγάπη.
Το “The Truth About Love” περιλαμβάνει 13 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έχει γράψει η Pink. Και σε αυτό τον δίσκο, η Αμερικανίδα καλλιτέχνις δεν ξεφεύγει από το γνωστό μουσικό ύφος της με τα κομμάτια να αποτελούνται από δυνατά beats και ηλεκτρικά στοιχεία. Στη μεγαλύτερη διάρκειά του, το άλμπουμ σε σφυροκοπάει από παντού με ρυθμικές μελωδίες και τεράστια χορευτική διάθεση. Μέχρι το ένατο κομμάτι, το “Beam Me Up” που είναι μπαλάντα, η Pink ξεχνάει να πατήσει φρένο στην ξέφρενη πορεία που έχει βάλει και το τέμπο είναι τουλάχιστον ανεβαστικό. Στιχουργικά, η 33χρονη περιστρέφεται γύρω από αγάπες, χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Επιπλέον, στον δίσκο συναντάμε και τρεις συνεργασίες στα “Just Give Me A Reason”, “True Love” και “Here Comes The Weekend” με τον Nate Ruess (τραγουδιστή των Format και των Fun), την Lily Allen και τον Eminem αντίστοιχα.
Η Pink δεν θα μπορούσε να βγάλει άλμπουμ χωρίς πιασάρικα τραγούδια. Σχεδόν όλα τα κομμάτια σου αφήνουν κάτι. Αυτό το κάτι έιναι σίγουρα ο ρυθμός που μένει μετά το πέρας των τραγουδιών. Το “The Truth About Love” είναι δυνατό, σε αγγίζει, είναι χορευτικό, είναι ένα αρκετά καλό άλμπουμ.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Placebo – B3

Έχει γίνει πλέον αυστηρό πρόγραμμα για τους Placebo να εμφανίζονται δισκογραφικά ανά τρία χρόνια. Εδώ και καιρό δουλεύουν πάνω στο έβδομο άλμπουμ τους, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2013. Όμως το Λονδρέζικο τρίο δεν μπορούσε να αφήσει τους ανυπόμονους οπαδούς του έτσι και γι’ αυτό το λόγο μόλις έβγαλαν ένα ΕΡ με ολοκαίνουρια τραγούδια. Έτσι, μετά το εξαιρετικό “Battle for the Sun” οι Placebo επιστρέφουν με πέντε κομμάτια υπό τον τίτλο «Β3».
Δεν μπορούμε να πούμε πως το βρετανικό συγκρότημα έχει κυκλοφορήσει κάποιον άσχημο δίσκο. Πολλοί μιλούν για ίδια ηλεκτρική κιθάρα σε πολλά τραγούδια, πράγμα που προσωπικά δεν το ακούω. Ο Brian Molko είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που γνωρίζουν πάρα πολύ καλά αυτά που θέλει να πει και γενικά αυτά που θέλει να βγάλει μέσα σε ένα άλμπουμ. Επίσης, οι Placebo είναι γνωστοί και για τους στίχους τους, οι οποίοι σχεδόν πάντα μιλούν για τον έρωτα (συνήθως ομοφυλοφίλων) και για τα ναρκωτικά. Όσον αφορά το καινούριο τους ΕΡ, δεν αποτελεί κάτι το τρομερό. Η μπάντα κυμαίνεται στο γνωστό της ύφος ενώ λείπουν τα δυνατά κρουστά και γενικά η δυναμική που μας έχουν συνηθίσει οι Placebo στα τραγούδια τους. Τα “B3” και “I Know You Want to Stop” κρατούν κάπως τα προσχήματα με την γνωστή, πορωτική γραμμή κιθάρας και ντραμς.
Μακάρι το «Β3» να μην αποτελεί τον πρόλογο του καινούριου τους δίσκου. Εντάξει, τα πέντε κομμάτια δεν είναι αίσχος αλλά δεν είναι αυτό που περίμενα από τους Placebo. Με εξαίρεση το ομώνυμο τραγούδι, τα υπόλοιπα με κρατούν σε μια ουδέτερη – ή αδιάφορη – στάση. Και ναι... μας έχει λείψει η παρουσία τους στην χώρα μας (μετά από αμέτρητες συναυλίες που έχουν κάνει στην Ελλάδα).

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Bat for Lashes – The Haunted Man

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία άλμπουμ είναι ίσως η μεγαλύτερη για το μήνα του Οκτωβρίου, καθώς μια αγαπημένη καλλιτέχνις της indie σκηνής επιστρέφει δισκογραφικά. Η Natasha Khan κυκλοφορεί τον τρίτο της δίσκο μετά από απουσία τριών χρόνων. Ωστόσο, το ονοματεπώνυμο της Αγγλίδας είναι παντελώς άγνωστο αφού είναι γνωστή με το (καλλιτεχνικό) ψευδώνυμο Bat for Lashes. Η Bat for Lashes, λοιπόν, έχει προταθεί δις για το βραβείο Mercury Prize, το 2007 για το ντεμπούτο της “Fur and Gold” και δυο χρόνια μετά για το “Two Suns”, πράγμα που έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής μονάχα οι Arctic Monkeys (Suck It and See). Το “The Haunted Man” μόλις κυκλοφόρησε και οι απανταχού indie οπαδοί μπορούν πλέον να χαρούν.
Βασικό χαρακτηριστικό των τραγουδιών της Bat for Lashes είναι ότι πολύ απλά περιλαμβάνουν μελωδίες που θα τραβήξουν μονομιάς το ενδιαφέρον σου. Σίγουρα δεν είναι απλές, σίγουρα δεν είναι συνηθισμένες, σίγουρα δεν είναι βαρετές. Τα κομμάτια της δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλο αριθμό οργάνων αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία, διότι αυτό το ξεχνάς αμέσως μόλις ακούσεις τις ανατριχιαστικές εκτελέσεις με μόνο πιάνο, όπως το “Laura”. Από την άλλη, το ”Winter Fields” αποδεικνύει περίτρανα πως η Bat for Lashes μπορεί να θεωρηθεί μια μουσική ιδιοφυϊα. Η έμπνευσή της που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα τραγούδια είναι αστείρευτη. Συνθεσάϊζερ, άρπα, ξυλόφωνο είναι μερικοί από τους συνοδηγούς της 32χρονης συνθέτριας, με τους οποίους δημιουργεί μια φανταστική μουσική, λιτή και ουσιώδη. Επιπλέον, το καθαρά pop στοιχείο δεν λείπει από τον δίσκο, με τα (ήρεμα) beat-άκια να ξεπετάγονται που και που δίνοντας στο γενικό πλαίσιο του άλμπουμ ένα πιο ηλεκτρονικό τόνο.
Πολλοί μουσικόφιλοι μπορεί να μην γνωρίζουν καν την Natasha Khan. Αρκετοί φίλοι της indie σκηνής περίμεναν πως και πως αυτή την κυκλοφορία. Όπως και να έχει, είναι μια μεγάλης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσουν πολλοί την Bat for Lashes γιατί πολύ απλά έκανε το μουσικό της θαύμα. Το “ The Haunted Man” είναι ένας δίσκος αποτελούμενος από ολοκληρωμένες, μεστές και τραβηχτικές μελωδίες. Με τις δύο προηγούμενες δουλειές της είχε ενθουσιάσει πολύ. Με το φετινό της άλμπουμ η Bat for Lashes μπαίνει για τα καλά στον χάρτη της παγκόσμιας indie pop, baroque σκηνής και προφανώς δικαίως.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Cosmopolis

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναμένεται να επισκεφτεί την Νέα Υόρκη, γι' αυτό στους δρόμους της πόλης επικρατεί ένας πανικός που έχει μποτιλιάρει τους περισσότερους δρόμους. Παρόλα τα προβλήματα, ο Eric Parker, ένας νεαρός δισεκατομμυριούχος, αποφασίζει να φτάσει μέχρι την άλλη άκρη της πόλης, για να κουρευτεί από τον κουρέα της επιλογής του. Στην διαδρομή θα συναντήσει τους ανθρώπους αυτούς που χαρακτηρίζουν την ζωή του, μέσα σε αυτούς, την νέα του γυναίκα, την ερωμένη του, τον γιατρό του και την οικονομικό σύμβολο. Η επαφή μαζί τους, ψυχρή, κυνική, απρόσωπη, ακριβώς όπως αντιλαμβάνεται και την ζωή έξω από την πανάκριβη λιμουζίνα του. Η μέρα αυτή θα φέρει την πτώση του Eric Parker, μαζί με το σύστημα που αντιπροσωπεύει.
Το ομότιτλο βιβλίο του DeLillo, με τις πολλαπλές οπτικές και αναγνώσεις και τους πολλούς θαυμαστές, φαινόταν πολύ δύσκολο να περάσει στην μεγάλη οθόνη. Η επιλογή του David Cronenberg είχε εξαρχής μεγάλο ρίσκο, καθώς πολλοί από αυτούς που είχαν διαβάσει το βιβλίο, το χαρακτήριζαν ως unfilmable. Ο Cronenberg αποφάσισε, όπως έκανε πέρυσι και με το A Dangerous Method, να μεταφέρει πιστά την δομή του βιβλίου, σε καταστροφικό για την ταινία βαθμό. Η ψυχρότητα του ήρωα και της αφήγησης του βιβλίου μπορεί να δίνει βήμα στον αναγνώστη για να κάνει τις απαραίτητες αναλογικές σκέψεις, αλλά στην οθόνη δεν το καταφέρνει αυτό, καθώς ο κινηματογράφος έχει διαφορετικές μεθόδους επαγρύπνησης του θεατή. Η ροή της ταινίας γίνεται γρήγορα βαρετή, όπως και οι μακροσκελείς διάλογοι του Parker με τους ανθρώπους που συναντά, οι οποίοι δεν καταφέρνουν να συγκλονίσουν αναδεικνύοντας τις προβληματικές πτυχές του καπιταλισμού, όπως θα έπρεπε. Ο Robert Pattinson στον πρωταγωνιστικό ρόλο φαντάζει ιδανικός, καθώς το παγωμένο και ανέκφραστο πρόσωπό του είναι αυτό που ταιριάζει ακριβώς στον χαρακτήρα του Eric Parker, ενώ στην ταινία, σε πολύ δεύτερους ρόλους, βλέπουμε και τους Paul Giamatti(Rock of Ages), Kevin Durand και Juliette Binoche.
Η ματιά στην ζωή μίας μέρας, της τελευταίας μάλιστα, του Eric Parker, κανονικά θα έπρεπε να μεταφέρει ιδέες και συναισθήματα για την προφητική πτώση του καπιταλισμού. Αντί αυτού, οι λανθασμένες επιλογές του David Cronenberg, τις οποίες επαναλαμβάνει για δεύτερη συνεχόμενη φορά με τα ίδια αποτελέσματα, κάνουν την ταινία τουλάχιστον αδιάφορη και κουραστική. Το εγχείρημα της μεταφοράς ενός τόσο ιδιαίτερου βιβλίου στην οθόνη θεωρείτο από πολλούς εξαρχής δύσκολο και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Compliance

Η διευθύντρια ενός εστιατορίου φαστ φουντ αναμένει πως θα έρθει πάρα πολύς κόσμος το απόγευμα και γι' αυτό ετοιμάζει κατάλληλα τους εργαζομένους της. Ξαφνικά, στην μέση της βάρδιας, ένα απρόοπτο τηλεφώνημα θα μπλέξει μία από τις υπαλλήλους σε μια υπόθεση κλοπής και, η διευθύντρια θα βρεθεί στην δύσκολη θέση να ακολουθήσει τις οδηγίες του άντρα που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής.
Η ευκολία με την οποία δείχνουμε υπακοή μπροστά στην εξουσία, είναι το θέμα της νέας ταινίας του Craig Zobel. Η δύναμη που έχει μια φωνή εξουσίας φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο η διευθύντρια, αλλά και άλλα άτομα, πείθονται να κάνουν πράγματα που αρχικά τους φαίνονται, το λιγότερο, παράλογα. Ο Zobel προσπαθεί να θίξει τις ευθύνες που έχει ο καθένας μας και την ηθική που διατηρεί όταν ενεργεί κάτω από εντολές. Προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα κλειστοφοβικό στοιχείο, ο Zobel παίρνει μερικές έξυπνες λήψεις, αλλά το δημιούργημά του στο τέλος πάσχει από την έλλειψη ρυθμού. Ένα ψυχολογικό θρίλερ απαιτεί έναν κλιμακούμενο ρυθμό που θα καταλήξει σε κάποια κορύφωση, πράγμα που το Compliance αγνοεί παντελώς. Η ευκολία με την οποία γίνονται τα πράγματα μπορεί να φανεί αστεία, αλλά εκεί ακριβώς κρύβεται το τρομακτικό στοιχείο της ταινίας, καθώς το σενάριο της βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Αμερική.
Οι κριτικές της ταινίας μιλούσαν για ένα ανεξάρτητο διαμάντι, αλλά η προβολή της στο φετινό Sundance ακολουθήθηκε από έντονη δυσαρέσκεια του κοινού που έφτασε μέχρι και φωνές και αποχωρήσεις από την αίθουσα. Το Compliance στην τελική, αφηγείται μια αληθινή, τρομακτική ιστορία, που δεν καταφέρνει όμως να μεταδώσει την ψυχολογική βία και τα παιχνίδια εξουσίας που διαθέτει.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Goran Bregovic –Champagne For Gypsies

Από τους πιο αγαπημένους ξένους καλλιτέχνες στην Ελλάδα είναι ο Goran Bregovic. Ο καλλιτέχνης από το Σαράγεβο έχει τεράτια επιτυχία στην χώρα μας και γι’ αυτό το λόγο έχει βρεθεί αρκετές φορές για συναυλίες, με την τελευταία φορά να ήταν τον περασμένο Ιούνιο. Ο τρόπος σκέψης, η κοσμοθεωρία, οι μουσικές είναι κάποιοι από τους λόγους που ταυτιζόμαστε τόσο πολύ με τους ήχους τους Bregovic. Η balkan αποτελεί μια πολυλατρεμένεη μουσική για τους μουσικόφιλους Έλληνες, όπως και γενικά για ολόκληρα τα Βαλκάνια. Ο συμπαθέστατος Goran Bregovic δυανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του συνεχίζοντας να κυκλοφορεί δίσκους και εμείς να έχουμε χάσει το μέτρημα πλέον.
Από το 1977, που έγινε η δισκογραφική αρχή, ο Βόσνιος συνθέτει μουσική για ταινίες, συνήθως Ευρωπαίων σκηνοθετών όπως ο Emir Kusturica. Το τελευταίο του πόνημα ήταν το 2009 και το καταπληκτικό “Alkohol”, το οποίο συνεχίζει ακόμα να ηχεί στα αυτιά μου. Φέτος είναι η στιγμή για τον καινούριο δίσκο του, με τον τίτλο “Champagne For Gypsies”. Όπως συμβαίνει σε κάθε άλμπουμ του, και εδώ ο Bregovic παρουσιάζει ιστορίες από την ζωή των Τσιγγάνων. Συνεργάζεται με πολλούς Τσιγγάνους από διαφορετικές χώρες, όπως οι Gipsy Kings από την Γαλλία, με μέλη των Gogol Bordello, άλλους από Αμερική, Βραζιλία, Ιρλανδία και όπως πάντα τον ακολουθεί η μπάντα του, η «Ορχήστρα για Γάμους και Κηδείες». Η μουσική του φυσικά δεν διαφέρει σε αυτό τον δίσκο. Τρομπέτες, κλαρινέτο, τρομπόνια, κιθάρες, μπάσο και κρουστά αναμειγνύονται σχηματίζοντας ένα μουσικό κύμα εντελώς πορωτικό. Οι ήχοι του Bregovic ποτέ δεν μας άφηναν αδιάφορο, οπότε και αυτό το άλμπουμ θα σε κάνει να χορέψεις.
Η balkan μουσική είναι από τις μουσικές που έχει την περισσότερη ανεβαστική διάθεση. Ιδιαίτερα ο Goran Bregovic είναι από τους καλύτερους στο είδος του ηχογραφώντας μελωδίες ρυθμικές και άκρως χορευτικές. Έτσι και το “Champagne For Gypsies” ενδείκνυται για φουλ ένταση και ξεσηκωμό. Δύσκολα θα βρεις τραγούδια που κάνουν την διαφορά μέσα από το άλμπουμ, ωστόσο το συνολικό αποτέλεσμα είναι πολύ καλό.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Cat Power – Sun

Από το 1995 η Cat Power κυκλοφορεί ασταμάτητα τους δίσκους της τοποθετώντας το όνομά της στις βασίλισσες της indie rock και γενικώς της alternative μουσικής. Τέσσερα χρόνια έφτιαχνε τα τραγούδια της για να τα ηχογραφήσει μόνη της σχεδόν και εν τέλει να παρουσιάσει 11 κομμάτια υπό τον τίτλο “Sun”. Το άλμπουμ αυτό αποτελεί το ένατο για την Charlyn Marshall η οποία είναι από τις ελάχιστες τραγουδοποιούς που ξεφεύγουν από το κλασικό καλούπι της indie ατμόσφαιρας.
Από δω και πέρα η μουσική της Cat Power θα συγκαταλέγεται και στην pop. Αν έχεις ακούσεις προηγούμενες δουλειές της θα σου φανεί αμέσως η διαφορά. Το ηλεκτρονικό έχει εισβάλλει για τα καλά στα τραγούδια συγκριτικά με τα παλαιότερα όπου υπήρχε πιάνο και αρκετή κιθάρα. Αυτό δεν το καθιστά αυτομάτως και άσχημο άλμπουμ. Το αντίθετο, καθώς οι 11 συνθέσεις της 40χρονης όχι μόνο ακούγονται αλλά έχουν την ικανότητα να καρφωθούν από μόνες τους πάνω σου και να μην μπορείς να ξεκολλήσεις. Προς αποφυγή παρεξήγησης, αυτό θα συμβεί μετά κόπων και βασάνων. Δηλαδή με την μία ακρόαση οι μελωδίες φαίνονται κάπως «δύσκολες» για το αυτί σου. Αν, όμως, δώσεις χρόνο στον δίσκο και επαναληφθεί τουλάχιστον 2 φορές, τότε να είσαι σίγουρος ότι θα βρεις καταπληκτικά διαμάντια.
Χωρίς τα τρανταχτά σημεία που θα σε κολλήσουν στον τοίχο αμέσως, το “Sun” καταφέρνει σταδιακά να σε κερδίσει. Όσον αφορά την Cat Power, μας έχει κερδίσει εδώ και καιρό με τις μουσικές της δημιουργίες. Ο φετινός δίσκος της πιστεύω πως μπορεί να ενθουσιάσει από την μία και να «ξενερώσει» από την άλλη.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Sound of My Voice

Ο Peter Aitken έχει βαρεθεί την μεσοαστή ζωή του και αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ που θα ταρακουνήσει τον κόσμο. Για αυτό τον λόγο, παρεισφρέει σε μια μυστικιστική οργάνωση μαζί με την κοπέλα του Lorna, προσπαθώντας να μαζέψει πληροφορίες για την Maggie, την αρχηγό της οργάνωσης. Η Maggie υποστηρίζει πως έρχεται από το μέλλον και πως σύντομα ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα πάψει να υπάρχει. Αργά αλλά σταθερά αρχίζει να αποκτά οπαδούς που πιστεύουν όσα λέει και φαίνεται να προετοιμάζονται για κάτι. Ο Peter και η Lorna προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια, αλλά όσο ποιο κοντά στην Maggie πάνε, τόσο περισσότερο επηρεάζονται από αυτήν.
Μία από τις ταινίες που ξεχώρισε στο περσινό φεστιβάλ του Sundance ενώ έκανε αίσθηση με την προβολή της και στο φεστιβάλ του SXSW ήταν το Sound of My Voice, του Zal Batmanglij. Ο πρωτάρης σκηνοθέτης, καθώς αυτή είναι μόλις η πρώτη του ταινία, δημιουργεί ένα ψυχολογικό θρίλερ που δεν μοιάζει καθόλου με τα υπόλοιπα του είδους. Αυτό γιατί το έργο είναι αρκετά ιδιαίτερο και η περίληψη πολύ παραπλανητική. Στην πραγματικότητα η ταινία είναι ένα indie sci-fi που προβάλει φιλοσοφικές ανησυχίες για την αναπόφευκτη κατάρρευση της κοινωνίας με την μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Η συν-σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια του έργου, Brit Marling (Another Earth), καταφέρνει να μαγέψει το κοινό της, τόσο εντός όσο και εκτός ταινίας, ως Maggie. Η χαρισματική ηθοποιός με το σαγηνευτικό βλέμμα καταφέρνει να δημιουργήσει το απαραίτητο μυστήριο γύρω από τον χαρακτήρα της και να το συντηρήσει μέχρι τέλους.
Η μίξη του κοινωνικού σχολιασμού με το θρίλερ και το sci-fi δημιουργεί μια αναπάντεχα όμορφη ιστορία για τους λάτρεις του indie. Ο Zal Batmanglij κάνει πολύ καλή δουλειά για πρωτάρης ενώ η Brit Marling φωνάζει πως το ταλέντο της, σε σενάριο και ηθοποιία, πρέπει να αποκτήσει την προσοχή μας. Το Sound of My Voice είναι μια ταινία που αν φανείς δεχτικός στην μαγεία της, δεν θα σε αφήσει ανικανοποίητο.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Band of Horses – Mirage Rock

Οι Band of Horses σχηματίστηκαν το 2004 και από τότε έχουν κυκλοφορήσει τρεις δίσκους. Παρόλο που είναι αμερικανικό γκρουπ, το ντεμπούτο άλμπουμ τους είχε περισσότερη ανταπόκριση στην Βρετανία ενώ όσο περνούσαν τα χρόνια γίνονταν και περισσότερο γνωστοί. Το 2007 βγήκε ο δεύτερος δίσκος για να τους ανεβάσει λίγο ακόμα, μέχρι το 2010 όπου με το “Infinite Arms” η μπάντα φιγουράριζε στις υψηλές θέσεις των charts. Μέχρι και πριν 2-3 χρόνια έπρεπε κανείς να τους "ανακαλύψει". Πλέον οι Band of Horses είναι ένα μεγάλο συγκρότημα, με το δικό του κοινό και φέτος ήρθε η στιγμή για την κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ τους, με τον τίτλο “Mirage Rock”.
Η μπάντα από το Seattle παρουσιάζει μια country rock που εντυπωσιάζει ενώ στα τραγούδια της δίνει το δικό της στίγμα. Σήμα κατατεθέν για τους Band of Horses είναι ο συνδυασμός της ροκ μουσικής με την κλασική κιθάρα που δημιουργεί μια country rock που εντυπωσίαζει δίνοντας στα τραγούδια το δικό της στίγμα. Το μεγάλο κόλπο στην καινούρια δισκογραφική δουλειά είναι η συνεργασία του συγκροτήματος με τον παραγωγό Glyn Johns, ο οποίος έχει συνεργαστεί με Beatles, Bob Dylan (Tempest), Rolling Stones, Led Zeppelin, Clash και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Αυτό αυτομάτως σημαίνει πως το “Mirage Rock” δεν θα είναι ένας πρόχειρος δίσκος, πράγμα που καταλαβαίνεις φυσικά και κατά την ακρόαση. Πιο ώριμοι από ποτέ στην μουσική τους, οι Band of Horses παρουσιάζουν 12 τραγούδια από τα οποία, η αλήθεια είναι, ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο. Με εξαίρεση 3 κομμάτια, ο δίσκος κυμαίνεται περισσότερο σε country μονοπάτια παρά σε ροκ. Την διαφορά κάνει το “Feud” που είναι το πιο δυνατό τραγούδι χωρίς, όμως, να επισκιάζει τα υπόλοιπα.
Με τους τρεις προηγούμενους δίσκους οι Band of Horses απέδειξαν πως η indie σκηνή τους ανήκει. Με το φετινό πόνημά τους μάλλον έθεσαν το όνομά τους για τα καλά στη λίστα με τα πιο ελπιδοφόρα μουσικά σχήματα της Αμερικής. Λέω ελπιδοφόρα, διότι δεν έχει έρθει ακόμα το άλμπουμ που θα κάνει το μπαμ, που θα εκτοξεύσει την μπάντα. Γνωρίζουν, όμως, να προχωρούν με σταθερά βήματα και δεν χωράει αμφισβήτηση ότι οι Band of Horses θα συνεχίσουν να απασχολούν στο μέλλον. Το “Mirage Rock” είναι ο πιο μεστός δίσκος του συγκροτήματος από άποψη ενορχήστρωσης αλλά όχι εκείνος που θα κάνει την διαφορά για το 5μελές γκρουπ. Τα διαμαντάκια του πάντως τα έχει, όπως τα “Knock Knock”, “Dumpster World” και “Electric Music” που αξίζουν προσοχή.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Where Do We Go Now?

Στο νεκροταφείο του χωριού, οι τάφοι είναι χωρισμένοι αριστερά και δεξιά του δρόμου. Οι γυναίκες του χωριού πενθούν πατέρες, συζύγους και παιδιά. Άλλες με μαντίλα στο κεφάλι και άλλες με σταυρό στον λαιμό, όλες όμως με εξίσου σημαντικές απώλειες από έναν πόλεμο χωρίς καμία λογική. Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί προσπαθούν να ζήσουν ειρηνικά στο ίδιο χωριό, ξεπερνώντας τις έχθρες των δύο θρησκειών. Όταν όμως ο πόλεμος φτάσει μέχρι το χωριό, οι γυναίκες που έχουν ήδη χάσει πολλά, θα ενωθούν για να προστατέψουν τις οικογένειες τους και το χωριό τους.
Η Nadine Labaki, στην δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά, ασχολείται με την διαμάχη μεταξύ δύο φαινομενικά διαφορετικών κόσμων που όμως στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Το χωριό της ταινίας θα μπορούσε να είναι μια μικρογραφία του κόσμου. Οι άνθρωποι, αν και δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα, μπλέκονται σε μια διαμάχη χωρίς λογική αλλά και χωρίς τέλος. Η σκηνοθεσία της Nadine είναι απλή, όπως αρμόζει στο θέμα της, και μπλέκει ιδανικά το δράμα με την κωμωδία. Η ίδια εκτός από σκηνοθέτης είναι και πρωταγωνίστρια της ταινίας ενώ, βοήθησε και στην συγγραφή του σεναρίου, το οποίο προφανώς δανείζεται στοιχεία από την Λυσιστράτη του Αριστοφάνη. Το Where do we go now? ήταν η επίσημη επιλογή του Λιβάνου για τα περσινά Όσκαρ, στα οποία τελικά δεν κατάφερε να πάει.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Sillyboy – Nature of Things

Μας συστήθηκε πριν δυο χρόνια με το πρώτο του άλμπουμ, “Played”, και ενθουσίασε με τα τραγούδια του. Από τότε αποτελεί ένα ισχυρό όνομα για τους «νεοσύστατους» της ελληνικής μουσικής σκηνής, με αποτέλεσμα η κυκλοφορία της δεύτερης δισκογραφικής δουλειάς του να θεωρείται πολυαναμενόμενη. Είναι ο μπασίστας του συγκροτήματος Expert Medicine και ταυτόχρονα ακολουθεί μια προσωπική πορεία στην δισκογραφία. Έτσι, ο Sillyboy, ή ο Μπάμπης Κουρτάρας όπως είναι το ονοματεπώνυμό του, επιστρέφει με το “Nature of Things”. Το ψευδώνυμό του το πήρε από το τραγούδι του David Bowie, “Silly Boy Blue”.
Σε ένα από τα πρώτα πράγματα που στεκόμαστε είναι πως το mastering του δίσκου πραγματοποιήθηκε από τον Stuart Hawkes, ο οποίος έχει συνεργαστεί με Amy Winehouse, These New Puritans, Prodigy και πως η παραγωγή είναι του ίδιου του Sillyboy. Με το πρώτο άκουσμα των 10 τραγουδιών του άλμπουμ καταλαβαίνεις ότι και αυτός ο καλλιτέχνης βάζει το δικό του πολύτιμο λιθαράκι στην εγχώρια μουσική σκηνή, η οποία τα τελευταία χρόνια ανθίζει για τα καλά τόσο σε αγγλόφωνο όσο και σε ελληνόφωνο επίπεδο. Ο δίσκος έχει τις γρήγορες, έχει και τις ήρεμες στιγμές του, ωστόσο στο κάτι παραπάνω από μισή ώρα που διαρκεί ολόκληρο το άλμπουμ, ο ήχος διέπεται από μια σχετική σταθερότητα. Παραμένει στην ίδια γραμμή, δηλαδή σε αυτό το pop-rock ύφος. Στον προηγούμενο δίσκο, συναντήσαμε περισσότερο ηλεκτρονική μουσική ενώ τώρα ο Sillyboy έχει βάλει στην άκρη τα ηλεκτρονικά του όργανα και δίνει βήμα στην κιθάρα και τα κρουστά.
Ο νέος δίσκος του Sillyboy δεν αποτελεί κάτι το τρομερό ή κάτι που θα σου καρφωθεί στο μυαλό αμέσως. Όμως, το καταπληκτικό είναι πως όσες φορές και να παίξει, δεν θα βαρεθείς καθόλου εύκολα τις μελωδίες των τραγουδιών. Αρκετοί μπορεί να ενθουσιαστούν με το “Nature of Things” μόνο και μόνο επειδή είναι δημιούργημα ελληνικό. Διαφορετικά, είναι ενα άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα και που μπορείς να βρεις αρκετά σημεία μέσα που θα σου αρέσουν.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Red Lights

Η Margaret Matheson έχει αφιερώσει την ζωή της στην ανακάλυψη όλων των απατεώνων που προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο πως έχουν ιδιαίτερες δυνατότητες. Δίπλα της έχει τον πιστό βοηθό της, τον Tom Buckley, έναν φυσικό που θα μπορούσε να έχει μια πολύ αξιότιμη έδρα στο πανεπιστήμιο αλλά προτιμάει να βοηθάει την Margaret. Η επανεμφάνιση μετά από πολλά χρόνια απουσίας του Simon Silver, ενός πασίγνωστου μέντιουμ, θα φέρει μεγάλη αναστάτωση στην ομάδα. Ο Tom θα χρειαστεί να φτάσει πολύ μακριά για να εξηγήσει όλα τα περίεργα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του, αλλά θα κάνει τα πάντα για να βρει τον τρόπο να ξεσκεπάσει το μυστικό του Simon.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Rodrigo Cortes, έκανε πολύ γνωστό το όνομά του με την προηγούμενη του ταινία, το Buried. Εκεί είχε καταφέρει να μεταφέρει το κλειστοφοβικό ύφος της ταινίας στον θεατή και ουσιαστικά από το τίποτα να δημιουργήσει ένα πολύ ενδιαφέρον project. Αναπόφευκτα, αυτό τον βοήθησε να βρει ένα αξιόλογο budget και ένα πολύ καλό cast για την νέα του ταινία, ένα μεταφυσικό θρίλερ που θυμίζει έντονα ταινίες παλιότερων ετών. Αυτή τη φορά ο Cortes αναλαμβάνει και το σενάριο, το οποίο αν και περιέχει μια πολύ ωραία ιδέα, οι απότομες ανατροπές από την μέση και μετά της ταινίας δεν φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η σκηνοθεσία του Cortes αποδίδει μερικές καλές στιγμές, αν και δεν αποφεύγει κάποια κλισέ του είδους. Το cast της ταινίας θυμίζει πολύ μεγαλύτερες παραγωγές και σε γενικές γραμμές αποδίδει τα αναμενόμενα. Η Sigourney Weaver (The Cabin in the Woods, Paul) ως Margaret Matheson δίνει την καλύτερη ερμηνεία της μετά από αρκετό καιρό ενώ και ο Cillian Murphy (The Dark Knight Rises) στον ρόλο του Tom Buckley είναι πολύ καλός. Ο μεγάλος Robert De Niro (Being Flynn) αν και τρομερά επιβλητικός, όπως πάντα, δυστυχώς υποδύεται έναν πολύ κακογραμμένο χαρακτήρα, που σε στιγμές μοιάζει με καρικατούρα. Το cast συμπληρώνεται από την Elizabeth Olsen (Martha Marcy May Marlene ) σε μικρότερο ρόλο.
Μετά από την επιτυχία του Buried, ο Rodrigo Cortes έπρεπε να κάνει κάτι για να αποδείξει πως δίκαια συζητήθηκε το όνομά του. Η νέα του ταινία όμως αφήνει ανάμικτες εντυπώσεις στο τέλος, καθώς η ένταση και το ενδιαφέρον που χτίζονται στο πρώτο μισό, γρήγορα καταρρέουν. Το Red Lights είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία με συμπαθητική ιστορία που όμως τελειώνει με τον λάθος τρόπο.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Green Day – Uno!

Ένα από τα πιο εμπορικά συγκροτήματα της αμερικανικής punk pop-rock σκηνής επιστρέφει στην δισκογραφική επικαιρότητα, με αφορμή την κυκλοφορία του ένατου στούντιο άλμπουμ του. Οι Green Day είναι αγαπητοί σε παγκόσμιο επίπεδο και λογικό, αφού κάθε δίσκος τους περιλαμβάνει αρκετές επιτυχίες με τις οποίες το τρίο από την Καλιφόρνια έχει χτίσει μια πλατινένια καριέρα. Μπορεί η δημοσιότητά τους να εκτοξεύθηκε το 2004 με το “American Idiot”, ωστόσο η μπάντα ηχογραφεί δίσκους από το 1990 ενώ τελευταία φορά που μας απασχόλησε δισκογραφικά ήταν το 2009. Φέτος, λοιπόν, οι Green Day είπαν να δώσουν το στίγμα τους στους τελευταίους μήνες του χρόνου και να κυκλοφορήσουν μια μουσική τριλογία μέσα σε πέντε μήνες. Ο πρώτος δίσκος με τον τίτλο “Uno!” κυκλοφόρησε και περιλαμβάνει 12 τραγούδια.
Για πολλούς μπορεί οι Green Day να ανήκουν στα εμπορικά συγκροτήματα και οι συνθέσεις τους να μην αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο μουσικά. Όπως και να έχει, οι κυκλοφορίες τους είναι υψηλής παραγωγής, όπως και το συγκεκριμένο άλμπουμ που δεν περνάει απαρατήρητο. Η δυναμική των τραγουδιών δεν λείπει και σε αυτό τον δίσκο με αρκετά κομμάτια να σου μένουν αμέσως στο μυαλό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και εδώ τα singles δεν θα είναι λίγα την στιγμή που ήδη πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος ολοκληρωμένος, έχουν ξεπηδήσει τρία singles. Από το άλμπουμ τα σημεία που ξεχωρίζουν με την πρώτη ακρόαση είναι η αρχή και το τέλος. Δηλαδή, το εναρκτήριο “Nuclear Family” και το “Oh Love” όπου αποτελεί και το πρώτο single. Από κει και πέρα, το “Let Yourself Go” θυμίζει κάτι από παλιούς Green Day ενώ με το “Kill The Dj” η μπάντα περνάει και από άλλους μουσικούς δρόμους που δεν μας είχε συνηθίσει και πολύ. Όλα αυτά, όμως, δεν κάνουν τον δίσκο πολύ καλό. Απεναντίας, μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι περνάμε κάποια βαρεμάρα καθώς η ηλεκτρική κιθάρα φαίνεται ίδια σε πολλά τραγούδια.
Οι Billie Joe Armstrong, Tre Cool και Mike Dirnt επιστρέφουν για τα καλά με τον ένατο δίσκο τους και δεν μένουν εκεί. Στις 12 Νοεμβρίου θα κυκλοφορήσει το “Dos!” και η τριλογία θα κλείσει στις 14 Ιανουαρίου του 2013 με το “Tre!”. Κατά πόσο θα πετύχει αυτό το εγχείρημα δεν είμαι σίγουρος. Απλώς δεν πιστεύω πως τα επόμενα δύο άλμπουμ θα μπορούν να εντυπωσιάσουν αλλά μέχρι τότε μπορούμε να ακούσουμε το “Uno!” και να αποφασίσουμε αν είναι ένας όμορφος δίσκος, διότι δεν είναι εύκολο να βγάλεις αυτό το συμπέρασμα ακούγοντας τα καινούρια τραγούδια, τα οποία δεν αποτελούν κάτι το τρομερό.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Snow White and the Huntsman

Η Ravenna εξαπατά με την τρομερή ομορφιά της τον βασιλιά Magnus και του παίρνει την θέση. Με την δυνατή της μαγεία, διατηρεί την απαράμιλλη ομορφιά της και κυβερνά βάναυσα τον τόπο. Ο μαγικός καθρέφτης της την συμβουλεύει να προσέξει ιδιαίτερα την Χιονάτη, κόρη του βασιλιά Magnus, καθώς είναι η μόνη που μπορεί να την καταστρέψει. Όταν αυτή καταφέρει να αποδράσει από το κάστρο, η Ravenna θα στείλει έναν έμπειρο κυνηγό για να την αιχμαλωτίσει. Στο πρόσωπο του κυνηγού όμως, η Χιονάτη θα βρει την βοήθεια που χρειάζεται, για να ξεκινήσει την μάχη που θα φέρει την εκθρόνιση της Ravenna.
Ο πρωτάρης Rupert Sanders δημιουργεί στην πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια μια περιπέτεια φαντασίας με επικές μάχες και σκοτεινή μαγεία. Το σενάριο είναι βασισμένο μεν στο παραμύθι των αδερφών Grimm, αλλά όπως καταλαβαίνει κανείς είναι πολύ αλλαγμένο, δοσμένο σε ένα dark/epic fantasy σκηνικό. Οι μάχες είναι όμορφα σκηνοθετημένες ενώ η παραγωγή είναι υψηλού επιπέδου, όπως φαίνεται και από τα ειδικά εφέ της ταινίας, τα σκηνικά και τα κουστούμια. Ο ρόλος της Χιονάτης που με την ομορφιά της θα καταφέρει να ενώσει τον κόσμο για να νικήσει την Ravenna, ανήκει στην Kristen Stewart, η οποία δεν είναι κακή, αλλά θα χρειαστεί πολύ προσπάθεια για να αποβάλει από πάνω της το βλέμμα της Bella του Twilight. Αυτή που ανεβάζει πολύ την ταινία με την παρουσία της, δεν είναι άλλη προφανώς από την Charlize Theron (Prometheus), στον ρόλο της Ravenna. Εξίσου καλός ήταν και ο Chris Hemsworth (Thor, Avengers) ως κυνηγός, σε έναν ρόλο που του πάει αρκετά.
Το Snow White and the Huntsman δεν έχει κάποιο δυνατό μειονέκτημα, πέρα από το ένα και σημαντικό, την έλλειψη πρωτοτυπίας. Τα δάνεια του Sanders από τις μεγάλες ταινίες του είδους είναι πολλά και το τελικό αποτέλεσμά του δεν μπορεί να συγκριθεί προφανώς μαζί τους. Η ταινία αποτελείται από ένα καλό δίωρο με δράση, φαντασία αλλά και χιούμορ, φαινομενικά στοιχεία μιας επιτυχημένης συνταγής, μόνο που αφήνει έντονα της αίσθηση πως όλα τα έχουμε ξαναδεί κάπου και μάλιστα καλύτερα.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Mumford & Sons – Babel

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ιδιαίτερα όταν το ξεκίνημα είναι εξαιρετικό και προετοιμάζει το έδαφος για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια. Οι Mumford & Sons έκαναν μια καταπληκτική αρχή με το δισκογραφικό ντεμπούτο τους, “Sigh No More”, το οποίο έγινε πολυπλατινένιο σε Ευρώπη και Αμερική και τους έφερε στην κορυφή της βρετανικής μουσικής σκηνής. Τα τραγούδια του άλμπουμ παίζονται ακόμα μανιωδώς και φυσικά η αναμονή που είχε δημιουργηθεί για την κυκλοφορία του δεύτερης δουλειάς τους ήταν μεγάλη. Η ώρα έφτασε και η μπάντα από το Λονδίνο επιστρέφει με ολοκαίνουριο δίσκο που φέρει το όνομα “Babel”.
Το 4μελές συγκρότημα παρουσιάζει 12 τραγούδια, συνέχεια του πρώτου άλμπουμ, δηλαδή folk και indie μελωδίες να ενώνονται. Μπορεί κάποια στιγμή να νιώσεις μια μονοτονία να σε πλακώνει αλλά τα ξεσπάσματα που εμφανίζονται στα κομμάτια φέρνουν τις ισορροπίες και έτσι το τελικό αποτέλεσμα είναι ευχάριστο. Από τα πρώτα τραγούδια η ακουστική κιθάρα παίρνει φόρα και δεν σταματάει. Επίσης, χρειάζεται να σημειωθεί πως τα φωνητικά του Marcus Mamford, που μπλέκονται μαζί με εκείνα των αλλών τριών της παρέας, ανεβάζουν κατά πολύ τα κομμάτια. Η αλήθεια έιναι πως ο δίσκος ανοίγει καταπληκτικά και μέχρι την μέση περίπου πάει πολύ καλά. Από κει και πέρα, όμως, αρχίζει κάπως να θολώνει το πράγμα και σα να κουράζεσαι, ωστόσο αυτό το αρνητικό δεν είναι ικανό να «χαλάσει» ολόκληρο τον δίσκο.
Στην deluxe έκδοση του δίσκου συμπεριλαμβάνονται και τρία τραγούδια με το ένα να είναι διασκευή του “The Boxer”, μιας μπαλάντας του Paul Simon που κυκλοφόρησε το 1969. Το “Babel” είναι ένας ξεχωριστός δίσκος που συνδυάζει τις indie rock μελωδίες με όργανα όπως το μαντολίνο, το ακορντεόν, το banjo (αφρικανικό 5χορδο)με το αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικό.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Archive – With Us Until You’ re Dead

Οι Archive δραστηριοποιούνται δισκογραφικά από το 1996 όπου και κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους άλμπουμ και έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει άλλους επτά δίσκους, χτίζοντας ένα αξιόλογο όνομα στον ευρωπαϊκό χώρο της μουσικής. Αυτό λένε οι περισσότεροι Έλληνες φαν της μπάντας. Προσωπική άποψη είναι πως το συγκεκριμένο γκρουπ δεν ανήκει στην ελίτ της Ευρώπης – ή έστω δεν αποτελεί ένα μουσικό σχήμα που είναι ικανό να εξαγάγει την μουσική του και παραπέρα – και ότι οι περισσότεροι οπαδοί του βρίσκονται στην Ελλάδα. Αυτό εξηγείται και από τις αμέτρητες φορές που έχουν επισκεφθεί την χώρα μας. Μέχρι και περιοδεία πραγματοποίησαν παίρνοντας σβάρνα πέντε μεγάλες πόλεις, όπου αυτό σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα κάτι έστω λέει. Παρόλο αυτά, η Λονδρέζικη μπάντα κάνει την επιστροφή της φέτος με το ένατο άλμπουμ της, “With Us Until You’ re Dead”.
Κάποτε, κάπου είχε γραφτεί πως η μουσική των Archive μοιάζει αρκετά με τον ήχο των Radiohead (The King of Limbs). Προφανώς, κάτι τέτοιο μονάχα ως αστείο μπορεί να θεωρηθεί. Και αυτό, διότι οι Archive δεν δείχνουν διάθεση να ξεφύγουν από τον κλασικό ήχο που ακολουθούν όλα αυτά τα χρόνια. Στις αρχές αυτή η ατμοσφαιρική μουσική που συνδυαζόταν με το progressive rock έκανε αίσθηση. Τώρα έχει γίνει βαρετή επειδή το βρετανικό συγκρότημα δεν συνθέτει κάτι το διαφορετικό. Από την άλλη, τα τραγούδια αποπνέουν μια κινηματογραφικότητα, την οποία δεν μπορούμε να απορρίψουμε. Ο δίσκος κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα ενώ δεν μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον σου σε κάποιο σημείο.
Μια διαφορά που υπάρχει σε αυτό τον δίσκο είναι η μεγαλύτερη παρουσία της γυναικείας φωνής, εκείνη της Maria Q δηλαδή. Οι Archive κολυμπάνε εδώ και χρόνια στα ίδια νερά. Δεν κάνουν το βήμα που χρειάζεται για να αλλάξεις επίπεδο παρά αναλώνονται στα ίδια και τα ίδια. Το “With Us Until You’ re Dead” μπορεί να χαρακτηριστεί και ως βαρετός δίσκος.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More