Ξανά μαζί σε λίγες ημέρες

Pet Shop Boys – Electric

Οι Pet Shop Boys αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μουσικά σχήματα της ηλεκτρονικής σκηνής που εδώ και τρεις δεκαετίες βγάζουν τραγούδια με άκρως χορευτική διάθεση

Dark Skies

Οι Daniel και Lacy Barrett ζουν μια γαλήνια προαστιακή ζωή στην Αμερική, σε ένα μεγάλο σπίτι με τα δύο τους παιδιά

Susanne Sundfor – The Silicone Veil

Με μια σταθερή – και ταπεινή – πορεία από το 2007 η Susanne Sundfor χτίζει το δικό της όνομα στην εναλλακτική μουσική σκηνή της Νορβηγίας και πλέον της Ευρώπης.

Happiness Never Comes Alone

Ο Sacha ως ορκισμένος εργένης που είναι βγαίνει κάθε βράδυ για ποτά, χρούς και ξέφρενα πάρτυ. Επίσης, ως συνθέτης και εκπληκτικός πιανίστας ξενυχτάει συνθέτοντας κομμάτια και με το μπουκάλι ποτού ανά χείρας.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Μαριέττα Φαφούτη – Homemade Joy

Μία από τις πιο ελπιδοφόρες παρουσίες της ελληνικής μουσικής σκηνής είναι η Μαριέττα Φαφούτη. Με την γλυκιά φωνή της, τους γεμάτους συναισθήματα στίχους και τις ξεσηκωτικές της μελωδίες, κάνει την διάθεσή σου να ανεβαίνει στα ύψη. Το 2010 κυκλοφορεί τον ντεμπούτο της δίσκο, “Try a Little Romance”, με τον οποίο καταφέρνει να εντυπωσίασει τους πάντες και να μιλάνε με κολακευτικά λόγια για την μουσική της. Ένα άλμπουμ πλήρως επιτυχημένο και με τραγούδια που θα τα συναντήσεις στο ραδιόφωνο αλλά και σε πολλά μαγαζιά. Φέτος, είναι η στιγμή για το επόμενο δισκογραφικό βήμα της Μαριέττας, το οποίο τιτλοφορείται “Homemade Joy” και κυκλοφορεί από την Inner Ear.
Ήδη έχει γίνει πασίγνωστο το πρώτο single του δίσκου “Kookoobadi” που βγήκε πριν λίγο καιρό. Ένα απίστευτα ανεβαστικό κομμάτι που απλώς υποκύπτεις στο μεγαλείο της έμπνευσης της Μαριέττας και το βάζεις στο repeat χωρίς να υπάρχει ο φόβος να το βαρεθείς. Το τρομπόνι σε πηγαίνει αμέσως σε εποχές δεκαετίας 60’s με τον ρυθμό του τραγουδιού να σε απογειώνει πραγματικά και να κολλάς μαζί του. Το “Kookoobadi” δεν υπάρχει ως λέξη ενώ αποτελεί ένα μαγικό ξόρκι που κάνει τους ανθρώπους να χαμογελάνε και να παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Στη συνέχεια, το “Morricone” σε σαγηνεύει με την απαλή μελωδία του ενώ το “Get Up” ανεβάζει πάλι τον ρυθμό όπου σε συνδυασμό με το καταπληκτικό “Become The Sun” δημιουργούν μια πλήρως ανεβαστική διάθεση. Το τέμπο πέφτει με την μπαλάντα “Home”, στην οποία η Μαριέττα συνεργάζεται με τον Tareq στα φωνητικά. Το δεύτερο μισό του δίσκου ανοίγει με δύο χαλαρά στο τέμπο τραγούδια, τα “June 2” και “Galaxy D”, για να έρθει σαν σίφουνας μετά το ξεσηκωτικό “Sail Away”. Προς το κλείσιμο συναντάμε δύο ακόμα συνεργασίες με τους Voyage Limpid Sound στο “This is Not The End” και με τον Ρένο Παπασταύρο στο “Stay”. Το τελευταίο αποτελεί μια απίστευτη σύνθεση, με την οποία κλείνει ο κύκλος των 10 τραγουδιών.
Μετά από 35 λεπτά – όπου δεν καταλαβαίνεις πώς πέρασαν τόσο γρήγορα – νιώθεις μια ευφορία και επόμενο είναι να βάλεις από την αρχή τον δίσκο και την ένταση ακόμη πιο δυνατά. Το μόνο σίγουρο είναι πως τα “Kookoobadi”, “Become The Sun” και “Sail Away” θα ηχούν στα αυτιά μου για πολύ καιρό ακόμα. Το “Homemade Joy” στέκεται επάξια ως απόγονος του “Try a Little Romance”, με το οποίο μας είχε «προειδοποιήσει» πριν 2 χρόνια η νεαρή τραγουδοποιός πως έχει κάτι μέσα της. Αυτό το κάτι το εξέφρασε με τον ωραιότερο τρόπο, δηλαδή με αυτά τα άλμπουμ της. Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι παραπάνω, από το να ακούμε τις συνθέσεις της και ανεβαίνει η διάθεσή μας. Τέλος, το άλμπουμ του “Homemade Joy” αποτελεί μια πολύ προσεγμένη δουλειά από όλες τις απόψεις, από την δισκογραφική Inner Ear.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Chronicle

Στο περιθώριο ενός πάρτι, τρεις φίλοι ανακαλύπτουν ένα υπόγειο πέρασμα που στο τέλος του θα ανακαλύψουν κάτι που θα τους δώσει υπερφυσικές δυνατότητες. Ο καθένας τους θα μπορεί να πραγματοποιήσει ότι του έρθει στο μυαλό, μέχρι και να πετάξει. Αυτές οι δυνάμεις όμως θα δοκιμάσουν τον χαρακτήρα των παιδιών και θα αποκαλύψουν πλευρές που έμεναν κρυμμένες.
Ο πρωτάρης Josh Trank μας συστήνεται δημιουργώντας ένα mockumentary με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και εφηβικού δράματος. Το Chronicle προσπαθεί να τα ενώσει αυτά ώστε να αποκτήσει κάποιο σενάριο, και τα καταφέρνει σε βαθμό που το κάνει να ξεχωρίζει από τα περισσότερα έργα τους είδους. Η κάμερα δεν περιορίζεται στα στενά όρια του “found footage”, αλλά είναι επικεντρωμένη κυρίως στους τρεις κεντρικούς χαρακτήρες. Ο πιο ενδιαφέρον από αυτούς, ο Andrew, περνάει τα δικά του κοινωνικά προβλήματα τόσο στο σχολείο, όπου πέφτει θύμα εκφοβισμού από άλλα παιδιά, όσο και στο σπίτι όπου η μητέρα του είναι βαριά άρρωστη ενώ ο πατέρας του ξεσπάει με βία πάνω του. Ο Josh, ίσως εύκολα αλλά αρκετά πειστικά, χρησιμοποιεί τις παραπάνω καταστάσεις για να φτιάξει μια ιστορία που το τέλος της φαίνεται προδιαγεγραμμένο και τραγικό. Το πρωταγωνιστικό τρίο περιλαμβάνει εξίσου νέους καλλιτέχνες που προσδίδουν με την δουλειά τους στον ρεαλισμό της ταινίας, με τον Dane DeHaan να ξεχωρίζει στον ρόλο του Andrew.
Το Chronicle είναι από αυτές τις ταινίες που τις σώζει η μικρή τους διάρκεια, καθώς δεν προλαβαίνουν να κουράσουν. Στα μόλις 84 λεπτά της διάρκειάς της καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον στον θεατή ενώ ο Josh Trank φυλάει για το τέλος και κάποιες αναμενόμενες, λόγω θεματικής, όμορφες σκηνές δράσης.

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Regina Spektor – What We Saw From the Cheap Seats

Πλέον αποτελεί μία σπουδαία τραγουδοποιό της τελευταίας δεκαετίας στην indie rock και pop σκηνή με τα αρκετά singles και τους δίσκους της να σημειώνουν μεγάλη επιτυχία. Στα 21 της χρόνια κιόλας κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της άλμπουμ, το οποίο ασχέτως την μικρή εμπορικότητα που είχε, ήταν ένα εξαιρετικό πόνημα. Με τα χρόνια να περνούν, η 32χρονη τώρα Regina Spektor έχει στο πάνθεόν της πέντε δισκογραφικές δουλειές με τις δύο τελευταίες να την εκτοξεύουν στην κορυφή των αμερικανικών charts αλλά και να ταξιδεύουν τις συνθέσεις της σε ολόκληρη την υφήλιο, χτίζοντας σταδιακά το όνομά της στην παγκόσμια pop σκηνή. Φέτος , η Αμερικανορωσίδα τραγουδοποιός κυκλοφορεί τον έκτο της δίσκο, με τον τίτλο “What We Saw From the Cheap Seats”.
Με αυτό τον όχι και τόσο συνηθισμένο τίτλο για άλμπουμ, η Regina Spektor παρουσιάζει 11 τραγούδια γεμάτα pop μελωδίες, βουτηγμένα στις νότες του πιάνου και αυτή την anti-folk ατμόσφαιρα που δίνει η ίδια η πιανίστρια – ερμηνεύτρια στα κομμάτια της. Θα μπορούσες να πεις πως η έμπνευσή της προέρχεται από πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής, όπως τζαζ, κλασική, indie rock, indie pop. Το “Small Town Moon” όπου ανοίγει τον δίσκο, σου τραβάει την προσοχή προτίστως με τον ρυθμό που δίνει η φωνή της Spektor αλλά και με τις εναλλαγές που γίνονται ανάμεσα στην ηρεμία του πιάνου και της ηχηρής παρουσίας των κρουστών. Στη συνέχεια, το ένα εκ των δύο singles του άλμπουμ, το “Don’t Leave Me”, παρουσιάζει έναν ανεβαστικό και «παιδικό» χαρακτήρα ενώ με την αμέσως επόμενη μπαλάντα, “Firewood”, εντυπωσιάζει η νεαρή έμπειρη – πλέον – καλλιτέχνις με το συναίσθημα που δίνει σε συνδυασμό με τον μονόλογο του πιάνου της.
Το δεύτερο single αποτελεί και το πιο ρυθμικό κομμάτι του δίσκου και εκείνο που θα σου μείνει στο τέλος. Το “All The Rowboats” βάζει φωτιά στο πιάνο ενώ και τα κρουστά δεν πάνε πίσω σε ένα πολύ γρήγορο τραγούδι. Άλλη μια μπαλάντα συναντάμε στην συνέχεια του δίσκου, το “Open”, όπου προς το τέλος της η Spektor δυναμώνει τα φωνητικά της δίνοντας όλο της το συναίσθημα. Το άλμπουμ κλείνει με το μικρής διάρκειας “Jessica” και πάλι συντροφιά μονάχα με το πιάνο της.
Στην deluxe έκδοση του δίσκου υπάρχουν και τρία επιπλέον κομμάτια από τα οποία το “Call Them Brothers” κάνει αίσθηση. Με το έκτο της πόνημα, η Regina Spektor παρουσιάζεται μουσικά ώριμη περισσότερο από ποτέ. Το “What We Saw From the Cheap Seats” είναι εξαιρετικός δίσκος, αποδεικνύοντας πως η τραγουδοποιός δικαίως πρέπει να συγκαταλέγεται στις καλύτερες παρουσίες της indie σκηνής.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Men In Black 3

Ο πράκτορας Κ το μακρινό 1969 είχε καταφέρει να συλλάβει τον Μπόρις το “Κτήνος” και να αποτρέψει την επίθεση της φυλής του στην Γη. Ο Μπόρις παρέμενε φυλακισμένος σε ειδικές εγκαταστάσεις στην σελήνη, μέχρι που μια μέρα δραπέτευσε και ταξίδεψε στο παρελθόν, ώστε να σκοτώσει τον Κ και να αλλάξει την ροή της ιστορίας. Τελευταία ελπίδα για την σωτηρία του Κ αλλά και όλης της Γης είναι ο πράκτορας J, ο οποίος θα γυρίσει πίσω και θα συνεργαστεί με τον νεαρό K, τόσο για να αποτρέψουν τα σχέδια του Μπόρις.
Οι Άντρες με τα Μαύρα επιστρέφουν μετά από μία ολόκληρη δεκαετία, προσπαθώντας να διατηρήσουν αυτό το ιδιαίτερο κωμικό στοιχείο που τους χαρακτήριζε. Την σκηνοθεσία της τρίτης ταινίας της σειράς αναλαμβάνει ξανά ο Barry Sonnenfeld, επιστρέφοντας στην μεγάλη οθόνη μετά από το κακό RV του 2006. Ο σκηνοθέτης κρατάει την εικόνα πάντα γύρω από το πρωταγωνιστικό δίδυμο και προσπαθεί να δώσει αρκετό χρόνο τόσο στο κωμικό στοιχείο όσο και σε αυτό της περιπέτειας. Οι ξεκαρδιστικές καταστάσεις που δημιουργούνται από το ταξίδι στο παρελθόν, όπως η εμφάνιση του Andy Warhol και η αλληλεπίδραση του Smith με την φουτουριστική τεχνολογία του 1969, αντισταθμίζουν την αισθητή μείωση των περίεργων και αστείων εξωγήινων που είχαμε συνηθίσει στα ΜΙΒ Ι και ΙΙ. Παράλληλα, ο Sonnenfeld δεν χάνει την ευκαιρία να σχολιάσει και τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που επήλθαν στην Αμερική τα τελευταία χρόνια.
Κάτι που έκανε το MIB να ξεχωρίσει ήταν η τρομερή χημεία μεταξύ του Will Smith και του Tommy Lee Jones. Εδώ λόγο της σεναριακής πλοκής στον ρόλο του πράκτορα Κ βλέπουμε στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τον Josh Brolin (True Grit , You Will Meet a Tall Dark Stranger), ο οποίος καταφέρνει σε τρομερό βαθμό να αντιγράψει όλες τις εκφράσεις (ή την μία και μοναδική) του προσώπου του Tommy Lee Jones και να τον αντικαταστήσει επάξια. Ο Will Smith (I Am Legend , Seven Pounds) επιστρέφει στον κινηματογράφο μετά από μια απουσία πενταετίας σε έναν ρόλο που ξέρει πολύ καλά, αυτή τη φορά πιο πρωταγωνιστικός από ποτέ, και για άλλη μια φορά τον απογειώνει.
Αν και το project της αναβίωσης της σειράς φωνάζει αρπαχτή για λεφτά, το αποτέλεσμα δικαιώνει την παραγωγή καθώς καταφέρνει άνετα να ψυχαγωγήσει τον θεατή και να τον αφήσει με θετικά συναισθήματα. Η επιστροφή των Will Smith και Barry Sonnenfeld στον κινηματογράφο κρίνεται επιτυχημένη ενώ, η πόρτα για επόμενο μέρος της σειράς έχει μείνει ανοιχτή.

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Ren Harvieu – Through The Night

Όταν η ζωή, μέσα σε μια στιγμή, στα φέρνει όλα άσχημα και αλλάζουν όλα τα σχέδιά σου αλλά εσύ βρίσκεις τα ψυχικά αποθέματα να «σηκωθείς» και να «ορθοποδήσεις», τότε έχεις μπροστά σου τα καλύτερα για να ζήσεις. Στην περίπτωση της Ren Harvieu, όμως, τα εισαγωγικά από τις δύο προηγούμενες λέξεις πρέπει να βγουν. Και αυτό, διότι πραγματικά προσπάθησε να σηκωθεί, να ορθοποδήσει και να ξαναβρεί τα βήματά της, τα οποία έχασε εξαιτίας ενός μεθυσμένου όπου έπεσε στην σπονδυλική της στήλη και την ανάγκασε να μείνει σε καροτσάκι χωρίς να μπορεί για μήνες να κουνήσει τα πόδια της. Ωστόσο, με την δύναμη της θέλησης ξεπέρασε το ψυχολογικό πιο πολύ σκόπελο και τώρα περπατάει υπό τη βοήθεια μια πατερίτσας.
Η ιστορία αυτή ανήκει στην Ren Harvieu η οποία μόλις κυκλοφόρησε τον ντεμπούτο της δίσκο, “Through The Night”. Έναν δίσκο γεμάτο μελωδίες που παραπέμπουν σε παλαιότερες δεκαετίες και ενορχηστρωμένες για την σημερινή εποχή. Με αυτη την κυκλοφορία η 21χρονη Σπάει αμέσως τα σύνορα του Μάντσεστερ, απ’ όπου κατάγεται, και γίνεται γνωστή σε πιο ευρύ ευρωπαϊκό και αμερικανικό κοινό. Από τα πρώτα κομμάτια του δίσκου μπαίνεις σε κλίμα 60’s με την baroque ατμόσφαιρα να σε συναρπάζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το “Tonight” που είναι σαν να ξεπήδησε από μια μουσική σκηνή της δεκαετίας του ’60. Σε αυτό βοηθάνε πολύ και τα φωνητικά της, με τα οποία το πρώτο πρόσωπο που σου έρχεται στο μυαλό είναι η Amy Winehouse. Άλλο που οι περισσότεροι τρέχουν να την συγκρίνουν με την Lana del Rey (Born to Die), πράγμα άστοχο. Το “Walking in the Rain” με την πρώτη σου φέρνει στο μυαλό τους ΑΒΒΑ ενώ στη συνέχεια ρίχνει κάπως τους τόνους με το απαλό “Forever in Blue”.
Υπέροχες στιγμές του δίσκου είναι το “Twist The Knife” και το “Dancing on Her Own”, στο οποίο συναντάμε για πρώτη φορά και ηλεκτρική κιθάρα. Το “Love Is a Melody” κλείνει το άλμπουμ με γλυκό τρόπο, αφήνοντάς μας μια έκπληξη για το πώς γίνεται να κυκλοφορήσει ένα τέτοιο ντεμπούτο.
Πάντα μια συγκινητική ιστορία, όπως αυτή της Ren Harvieu, προσεγγίζει τους ανθρώπους και κάνει την προώθηση του δίσκου πιο εύκολη. Αλλά στην περίπτωση της Αγγλίδας τραγουδοποιού δεν συμβαίνει αυτό γιατί πολύ απλά το “Through The Night” αποτελεί ένα υπέροχο άλμπουμ και απόρροια αυτού είναι το support της νεαρής στην περιοδεία των Glasvegas και συμμετοχή στο φετινό Glastonbury festival.

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Chicken with Plums

Ο Nasser – Alli Khan είναι ένας από τους κορυφαίους Ιρανούς βιολιστές και ζει στην Τεχεράνη του ’50. Όταν το βιολί του σπάει ο παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών οργανοπαίκτης πέφτει πλήρως ψυχολογικά, προσπαθώντας μάταια να αντικαταστήσει την αγαπημένη του «συντροφιά». Μη μπορώντας, πλέον, να βρει νόημα στη ζωή του αποφασίζει να βάλει ένα οριστικό τέλος. Αυτό το τέλος είναι να παραμένει στο κρεβάτι του για τις επόμενες μέρες χωρίς να μιλάει σε κάποιον, καρτερώντας τον θάνατο να έρθει να τον πάρει. Οκτώ ημέρες ο Nasser – Alli Khan μένει κλεισμένος στην κρεβατοκάμαρά του και στον εαυτό του, ενώ προσπαθεί αρκετές φορές να βρει τον τρόπο του θανάτου του χωρίς κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Ένα παραμυθένιο φιλμ για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Διότι στην ουσία η ταινία μας δείχνει την αδυναμία του ανθρώπου να ανταπεξέλθει σε έναν πραγματικό έρωτα, ο οποίος ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Όμορφα σκηνικά, η απαραίτητη σκοτεινιά των πλάνων που χρειάζεται για τον απερχόμενο θάνατο του βιολιστή και η εξαιρετική μουσική συνθέτουν το υπέροχο «Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα». Ο Mathieu Amalric αποτελεί ιδανική επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με την ηρεμία που βγάζει αλλά και την μεγάλη δόση τρέλας που έχει ως μεγάλος καλλιτέχνης και που παίρνει την μεγάλη απόφαση της ζωή του. Από την άλλη, η Maria de Medeiros ενσαρκώνει αρκετά όμορφα την απαιτητική σύζυγο και μητέρα, η οποία ποτέ στην πραγματικότητα δεν κατάφερε – όσο κι αν προσπάθησε – να αγαπήσει τον άντρα της.
Πέντε χρόνια μετά το αριστουργηματικό animation “Persepolis”, η Marjane Satrapi επιστρέφει με μία υπέροχη ταινία. Σε αρκετά σημεία η Ιρανή σκηνοθέτις παρουσίαζει την «μαύρη» ιστορία μιας χώρας που υπέφερε πολύ χωρίς, όμως, να ξεφεύγει από το πρωταρχικό δρόμο της ταινίας. Το “Chicken with Plums” είναι ένα γλυκό και αλληγορικό δράμα, με τις αστείες του στιγμές, που σε κρατάει από την αρχή μέχρι το τέλος.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Slash – Apocalyptic Love

Κάτι παραπάνω από 3 δεκαετίες σολάρει ασταμάτητα με την ηλεκτρική κιθάρα, βγάζοντας απίστευτα riff-άκια που μένουν για πάντα αξέχαστα στην ιστορία της ροκ μουσικής. Φυσικά, οι καλύτερες στιγμές της καριέρας του σημειώθηκαν με τους Guns ‘n’ Roses οι οποίοι έγραψαν μια χρυσή σελίδα στο βιβλίο της παγκόσμιας ροκ σκηνής. Το 1996 το εν λόγω συγκρότημα διαλύθηκε με τους δύο κεντρικούς πυρήνες της μπάντας να ακολουθούν διαφορετικούς μουσικούς δρόμους. Ο Axl Rose προσπαθεί να κάνει κάτι με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, κυκλοφορώντας το “Chinese Democracy” με μια καθυστέρηση 18 χρόνων και απογοητεύοντας πλέον τους εκατομμύρια οπαδούς του, ενώ ο Slash επικεντρώνεται στις προσωπικές του συνθέσεις. Το 2010 ο 46χρονος κιθαρίστας κυκλοφορεί το ομώνυμο άλμπουμ του ενώ φέτος ήρθε η στιγμή για τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, ο οποίος τιτλοφορείται “Apocalyptic Love”.
Στη 1 ώρα που διαρκεί ο δίσκος, ο Slash κάνει αυτό που γνωρίζει πολύ καλά, δηλαδή να μας κατακλύζει από ηλεκτρικά riff και παραμορφωμένες κιθάρες. Ωστόσο, η ποιότητα του άλμπουμ φαίνεται στην συνεργασία που είχε με τον καταπληκτικό Myles Kennedy. Ο frontman των Alter Bridge συνετέλεσε τα μέγιστα για την ηχογράφηση του “Apocalyptic Love”, αφού όλοι οι στίχοι είναι δικοί του, όπως και ένα μέρος της μουσικής του άλμπουμ. Ο δίσκος στο σύνολό του καταφέρνει να μην σε κάνει να βαρεθείς, αν και υπάρχουν στιγμές που μπορεί να κουραστείς από την ηλεκτρική κιθάρα, η οποία από την αρχή έχει πάρει φωτιά και δεν λέει να σβήσει. Από το πρώτο, ομώνυμο κομμάτι ο ρυθμός ανεβαίνει στα ύψη αμέσως, με τα επόμενα τραγούδια να συνεχίζουν στο ίδιο τέμπο. Τα φωνητικά του Myles Kennedy ακούγονται ιδανικά για τις συγκεκριμένες συνθέσεις ενώ καταλυτικές θεωρούνται και οι συμμετοχές του Todd Kerns στο μπάσσο και του ντραμίστα Brent Fitz.
Από την πρώτη ακρόαση του δίσκου υπάρχουν κάποια σημεία που ξεχωρίζω αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη ξαναβάζω να ακούσω, όπως τα “Standing In The Sun” και “You’re A Lie”, όπου το τελευταίο αποτελεί και το πρώτο single. Το “Halo” σε πεθαίνει στα πολλά και διαφορετικά riff-άκια του Slash ενώ το “Anastasia” με το πιασάρικο ρεφραίν και το κιθαριστικό σόλο ενός λεπτού σίγουρα θα σου μείνει. Επίσης, τα “Bad Rain” και “Far And Away” μας θυμίζουν κάτι από τις καλές μπαλάντες των Guns ‘n’ Roses. Για το κλείσιμο του άλμπουμ, το “Shots Fired” αποτελεί εξαιρετική επιλογή, καθώς σου αφήνει μια αίσθηση χαράς αλλά και ικανοποίησης για τον μουσικό υλικό που μόλις άκουσες. Στην deluxe έκδοση του δίσκου υπάρχουν και δύο επιπρόσθετα τραγούδια, τα οποία όμως, αν εξαιρέσουμε για άλλη μια φορά την ηλεκτρική κιθάρα του Slash, δεν δίνουν κάτι παραπάνω στο σύνολο του άλμπουμ.

Η κυκλοφορία δισκογραφικής δουλειάς από τον Slash αποτελεί από μόνη της ένα σημαντικό μουσικό γεγονός. Το “Apocalyptic Love” ανεμενόταν πως και πως από τους άπειρους οπαδούς του κιθαρίστα αλλά και των Guns ‘n’ Roses και πιστεύω ότι σε έναν βαθμό άξιζε την αναμονή. Ο δίσκος ακούγεται ευχάριστα και εννοείται πολύ δυνατά. Περιέχει κομμάτια που αξίζουν από μουσικής άποψης, άσχετα που οι στίχοι σε πολλά σημεία δεν αποτελούν κάτι το αξιοσημείωτο. Ούτε τρομερά ούτε άσχημα για τον Slash, ο οποίος δείχνει να μην στερεύει από μουσικές και φυσικά κιθαριστικά σόλο αν και περισσότερα εύσημα πιστέυω πως πρέπει να δοθούν στον Myles Kennedy όπου ανέβασε από μόνος του αρκετά επίπεδα τον δίσκο. Τέλος, τον Slash θα απολαύσουν όσοι βρεθούν στην Μαλακάσα την 1η Ιουλίου μαζί με τον Ozzy Osbourne, στα πλαίσια του Rockwave Festival.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Machine Gun Preacher

Η ζωή του Sam Childers είναι γεμάτη από εγκληματικές πράξεις και καταχρήσεις. Έρχεται όμως μια στιγμή στη ζωή του που αντιλαμβάνεται πως πρέπει να αλλάξει τον τρόπο ζωής του και, ξεκινάει το εθελοντικό έργο και την βοήθεια στην εκκλησία. Η ζωή του έχει αλλάξει πολύ, αλλά αυτό που πραγματικά θα τον μετατρέψει σε άλλον άνθρωπο, είναι ένα ταξίδι που θα κάνει στην Αφρική για να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση σπιτιών. Εκεί θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα σοβαρά προβλήματα των κατοίκων της περιοχής, και ειδικά των παιδιών, αφού μια στρατιωτική οργάνωση τα εξαναγκάζει από πολύ μικρά να γίνουν στρατιώτες. Ο Sam θα φτιάξει ένα ορφανοτροφείο στο οποίο θα μαζέψει όσα περισσότερα παιδιά μπορεί, αλλά γρήγορα θα καταλάβει πως δεν φτάνει μόνο αυτό.
Ο Marc Forster, σκηνοθέτης των The Kite Runner, Finding Neverland αλλά και του τελευταίου, μέτριου, James Bond, προσπαθεί να παρουσιάσει ένα σύγχρονο συγκλονιστικό δράμα με πολλές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, συνδυάζοντάς το με την απαραίτητη, για την εμπορική επιτυχία, δόση περιπέτειας. Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στην πραγματική ζωή του Sam Childers, ο οποίος μεταμορφώθηκε από εγκληματίας σε προστάτης των παιδιών του Νότιου Σουδάν. Ο Forster όμως δεν καταφέρνει να κρατήσει τις απαραίτητες ισορροπίες και, το έργο γρήγορα χάνει το ενδιαφέρον του, ειδικά από δραματικής άποψης, καθώς η δράση καταλαμβάνει τον περισσότερο χρόνο από ένα σημείο και μετά. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει κακό και καθόλου ρεαλιστικό. Στον ρόλο του Sam, ο Gerard Butler (Coriolanus, RocknRolla) προσπαθεί να δώσει το κατάλληλο υπόβαθρο στον χαρακτήρα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα, και προσθέτει άλλη μία λάθος επαγγελματική επιλογή στην καριέρα του. Το cast συμπληρώνουν οι Michelle Monaghan (Source Code) και Michael Shannon (Take Shelter).
Το Machine Gun Preacher προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι καλό αλλά χάνεται στην αναποφασιστικότητα του σκηνοθέτη και στα μπερδεμένα ιδεολογικά μονοπάτια που ακολουθεί. Η ζωή του Sam Childers μπορεί να έχει προκαλέσει αίσθηση αλλά αυτό δεν φτάνει για να δημιουργηθεί μια καλή ταινία.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Sigur Ros – Valtari

Βρίσκονται στην δισκογραφία εδώ και 15 χρόνια. Ποτέ δεν αναζήτησαν την δημοσιότητα, ποτέ δεν διαφημίστηκαν άσκοπα, ποτέ δεν προσπάθησαν να συνθέσουν κάτι για να εντυπωσιάσουν. Πλέον έχουν γίνει γνωστοί σε παγκόσμιο επίπεδο μονάχα με την μουσική τους. Το κατάφεραν με την «αλήθεια» που κρύβει η μουσική τους αλλά και με την αυθεντικότητα που έχουν οι ίδιοι. Αποτελούν μουσικό πρότυπο για πολλές μπάντες από αρκετές χώρες ενώ τον δρόμο που χάραξαν ακολουθούν με επιτυχημένο τρόπο οι Rokkuro που έχουν ήδη αποκτήσει το δικό τους φανατικό κοινό. Ο λόγος για τους Ισλανδούς Sigur Ros που πλέον έχουν γράψει την δική τους ιστορία στην παγκόσμια μουσική σκηνή και συνεχίζουν να συνθέτουν μελωδίες από έναν άλλον πλανήτη, τον δικό τους.
Τέσσερα χρόνια μετά το “Með suð í eyrum við spilum endalaust” (μακάρι να μπορούσα και να το προφέρω) η 4μελής μπάντα από την πρωτεύουσα της Ισλανδίας επιστρέφει με οκτώ καινούρια τραγούδια, στον δίσκο με τον τίτλο “Valtari”. Μας είχαν «προειδοποιήσει» πριν λίγους μήνες, με το live άλμπουμ “Inni” που είχαν κυκλοφορήσει, πως φέτος είναι η χρονιά της δισκογραφικής τους επιστροφής. Οι ατμοσφαιρικές μελωδίες δεν γινόταν να μην υπάρχουν και σε αυτή τη δουλειά του συγκροτήματος, με το ηλεκτρονικό στοιχείο να ξεπηδά από το πουθενά ακόμη περισσότερο από τα προηγούμενα άλμπουμ, όπως είχε «διαπιστώσει» μετά την ηχοφράφηση και ο ίδιος ο frontman, Jonsi. Το “Eg Anda” κάνει το ξεκίνημα του δίσκου με την μακροσκελή μελωδική εισαγωγή του η οποία σταδιακά πιάνει έναν ρυθμό με την ηλεκτρική κιθάρα και με τα λόγια που μπαίνουν. Όμορφη στιγμή του δίσκου αποτελεί το “Varuo” το οποίο προς το τέλος του μπλέκει στις απαλές νότες τα ρυθμικά κρουστά, πράγμα που το κάνει δυναμικά όμορφο. Με τον ίδιο τρόπο ενορχηστρώνεται και το επόμενο κομμάτι, “Rembihnutur”, ενώ από κει και πέρα επικρατεί η συνηθισμένη Sigur Ros ηρεμία. Μια μουσική ηρεμία απίστευτη, με τα φωνητικά να σου χαϊδεύουν το τύμπανο και τις ατμοσφαρικές μελωδίες να σε ταξιδεύουν.
Στο “Valtari” είναι εμφανής η απουσία των δυνατών κρουστών και του μπάσου, όργανα τα οποία έδιναν μια δυναμική στα κομμάτια των Ισλανδών. Μπορεί με τα Ισλανδικά να μην καταλαβαινούμε οι περισσότεροι απολύτως τίποτα, ωστόσο η απαλότητα των τραγουδιών και η αρμονία με τις γλυκές μελωδίες κάνουν τα λόγια οικεία στο άκουσμα. Πλέον για να ακούσεις Sigur Ros δεν χρειάζονται ενδοιασμοί. Ξέρεις πως το υλικό που ηχογραφούν είναι άρτια προσεγμένο και σε μεγάλο βάθος εμπνευσμένο. Μπορεί το “Valtari” να μην αποτελέσει τον δίσκο ορόσημο για το συγκρότημα και να μην εντυπωσιάσει πλήρως τους οπαδούς του, ωστόσο είναι ένας πολύ καλός δίσκος.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Coriolanus

Η δρόμοι της Ρώμης έχουν γεμίσει από τους φτωχούς ανθρώπους που πεινάνε την στιγμή που η υψηλότερη τάξη της πόλης ζει μέσα στα πλούτη. Ο Coriolanus είναι ένας αντι-ήρωας, που την μία στιγμή πνίγει τις επαναστάσεις του λαού και αφαιρεί τα δικαιώματά τους, ενώ την άλλη πολεμάει για το καλό της Ρώμης υπερασπίζοντας τα ισχυρά ιδανικά του απέναντι στον αρχηγό μιας άλλης πόλης, τον Aufidius. Μετά από μια αποτυχημένη του προσπάθεια να ασχοληθεί με τα κοινά, ο κόσμος της Ρώμης τον εξορίζει και αυτός συμμαχεί με τον Aufidius, με σκοπό να λεηλατήσει την Ρώμη και να πάρει εκδίκηση από αυτούς που τον έδιωξαν.
Ο Ralph Fiennes (The Reader, The Constant Gardener) μετά από μια μεγάλη καριέρα ως ηθοποιός, με το Coriolanus ξεκινάει την ενασχόληση του με την σκηνοθεσία. Ο Ralph, μαζί με τον σεναριογράφο του Gladiator, John Logan, μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το ομότιτλο διάσημο έργο του Shakespeare. Η μορφή της ταινίας του Ralph είναι αρκετά περίεργη, καθώς διατηρεί τους διαλόγους και την ατμόσφαιρα του αρχικού έργου αλλά τα μεταφέρει σε ένα σύγχρονο σκηνικό όπου η αντίθεση των πραγμάτων πιθανώς να φανεί κωμική. Αυτή την περίεργη και τολμηρή επιλογή όμως έρχεται και στηρίζει ο ίδιος ο Ralph Fiennes από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Coriolanus. Ο Fiennes είναι συγκλονιστικός στον ρόλο αυτού του τραγικού Σεξπηρικού χαρακτήρα, άκρως θεατρικός, όπως προστάζει ο ρόλος, με ένα βλέμμα που απορρέει την δυναμική του ήρωα. Δίπλα του, βλέπουμε την εξίσου δυναμική και θεατρική Vanessa Redgrave(Anonymous, The Whistleblower), στον ρόλο της μητέρας του Coriolanus. Το cast συμπληρώνουν ο Gerard Butler (RocknRolla , Machine Gun Preacher) στον ρόλο του Aufidius και η Jessica Chastain (The Debt, Take Shelter) στον ρόλο της γυναίκας της του Coriolanus.
Το Coriolanus είναι ένα περίεργο, πρωτότυπο έργο που προσπαθεί να ενώσει μια τραγική ιστορία του Shakespeare για την Αρχαία Ρώμη, με την σημερινή εποχή και τα σύγχρονα προβλήματα. Το αποτέλεσμα, αν και σίγουρα σε πολλούς δεν θα αρέσει, είναι αρκετά ενδιαφέρον και για πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Ralph Fiennes κρίνεται επιτυχημένη, όπως φυσικά και η ερμηνεία του.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Γιάννης Χαρούλης – Μαγγανείες

Μετά από πολλές καθυστερήσεις και τουλάχιστον ένα χρόνο αναμονής από την ανακοίνωση της κυκλοφορίας του, ο δίσκος του Γιάννη Χαρούλη επιτέλους κυκλοφορεί. Ο νεαρός τραγουδοποιός που έχει εντυπωσίασει με τις συνθέσεις του αλλά και με την ερμηνεία του, όπου θυμίζει πολύ Νίκο Ξυλούρη (αυτό δεν θεωρείται αυτόματα και καλό όμως), μετά τα δύο πρώτα άλμπουμ του επιστρέφει δισκογραφικά με τις «Μαγγανείες». Ωστόσο, η διαφορά με τις προηγούμενες δουλειές του Κρητικού έγκειται στο γεγονός πως στον καινούριο δίσκο συνεργάζεται με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ("Ο Ελάχιστος Εαυτός"). Στίχοι και μουσική, δηλαδή, είναι του καταπληκτικού Θανάση που μας έχει χαρίσει απίστευτες συνθέσεις τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Οπότε, και μόνο που φιγουράρει το όνομα του Λαρισαίου τραγουδοποιού στο άλμπουμ, του δίνει αυτόματα μια άλλη δυναμική.
Τα τραγούδια στην πλειοψηφία τους έχουν ακουστεί πολλές φορές στις συναυλίες του Χαρούλη και του Παπακωνσταντίνου, με αποτέλεσμα να είναι γνωστά πριν κυκλοφορήσουν όλα μαζί σε ένα σύνολο. Επειδή, όμως, πάντα η στούντιο εκτέλεση είναι διαφορετική και οι ενορχηστρώσεις πολύ πιο πλούσιες, η ακρόαση του δίσκου θεωρείται απαραίτητη (πόσο μάλλον όταν η αναμονή για την ακρόαση διαρκεί ένα ολόκληρο χρόνο). Ο δίσκος ανοίγει με την ηρεμία των «Αγίων» ενώ η «Ανεμόσκαλα» αμέσως μετά ανεβάζει τον ρυθμό. Οι «Οδοιπόροι» σε κάνουν να χαίρεσαι που υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Χαρούλης και ο Παπακωνστανίνου, οι οποίοι εισχωρούν κατά κάποιο τρόπο στην παράδοσή μας και την «πειράζουν» με τον ορθό τρόπο. Σειρά έχει το «Σκουλαρίκι», το πιο πολυπαιγμένο κομμάτι στις συναυλίες. Αρκετά ανεβαστικό με το λαούτο να παίρνει φωτιά και τον χαρακτηριστικό ήχο του καζούρου που χρησιμοποιεί στο συγκεκριμένο τραγούδι ο Χαρούλης να δίνει τον ρυθμό. Η ηχογράφηση του συγκεκριμένου κομματιού πραγματοποιήθηκε ζωντανά στον Σταυρό του Νότου.

Στη συνέχεια, συναντάμε για πρώτη φορά την πολίτικη λύρα και τον Σωκράτη Σινόπουλο στους παραδοσιακούς στίχους του «Μια μάνα που’ χε ένα γιο» ενώ το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου αποτελεί και την κορυφή του. Η συγκλονιστική ερμηνεία του Χαρούλη σε συνδυασμό με την τρομερή μουσική του Θανάση που σου καρφώνεται στο μυαλό, προκαλεί μια ανατριχίλα. Προς το τέλος του άλμπουμ ξεχωρίζει ο «Ακίνητος» αλλά και η όμορφη επανεκτέλεση του «Ραμόν».
Ενορχηστρωτικά οι «Μαγγανείες» δεν αποτελούν ένα εξαιρετικό πόνημα. Οι ερμηνείες του Γιάννη Χαρούλη είναι αυτό που μένει σίγουρα στο τέλος. Φυσικά, και χρειάζονται συγχαρητήρια στην μπάντα του Κρητικού για την προσπάθειά της, αφού στην ουσία ηχογραφούν την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά τους όλοι μαζί. Για τους στίχους δεν χρειάζεται να πούμε κάτι από τη στιγμή που είναι γραμμένοι από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οι "Μαγγανείες" είναι ένας όμορφος δίσκος, με αγαπημένα τραγούδια που χιλιοτραγουδιούνται στις συναυλίες των δύο τραγουδοποιών, αλλά μέχρι εκεί.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Tinker Tailor Soldier Spy

Οι Μυστικές Υπηρεσίες της Βρετανίας, γνωστές ως MI6, καλούν τον πρώην υπάλληλό τους, George Smiley, να γυρίσει πίσω και να τους βοηθήσει να ανακαλύψουν τον προδότη που υποψιάζονται πως έχουν μέσα στα ανώτερα κλιμάκιά τους. Το έργο του Smiley είναι πολύ δύσκολο, καθώς καλείται να ερευνήσει ποιός από τους παλιούς έμπιστους συναδέλφους του μεταφέρει πληροφορίες στον Σοβιετικό Karla. Το κατασκοπικό παιχνίδι που θα χρειαστεί να παίξει για να ξετρυπώσει τον ένοχο αναδεικνύει το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής.
Το σενάριο του Tinker, Tailor, Soldier, Spy είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του γνωστού συγγραφέα κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων John le Carré και υπεύθυνοι για την μεταφορά του είναι ο Peter Straughan και η σύζυγος του Bridget O'Connor. Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Σουηδός Tomas Alfredson, γνωστός από το μαγευτικό Let the Right One In. Στην νέα του δουλειά του αναθέτει ένα πολύ μεγαλύτερο project και όπως φαίνεται έχει την ικανότητα να το φέρει εις πέρας με επιτυχία. Ο Alfredson, με την βοήθεια της τρομερής φωτογραφίας του κινηματογραφιστή Hoyte Van Hoytema, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στο Let the Right One In άλλωστε, αναπαριστά αριστουργηματικά την ατμόσφαιρα της ψυχροπολεμικής Αγγλίας. Παρότι το έργο είναι γεμάτο ανατροπές και δολοπλοκίες, ο Alfredson γυρνάει την πλάτη στην προφανή δράση και χρησιμοποιεί αργά και μακρόσυρτα πλάνα, ενώ απαιτεί την απόλυτη προσοχή του θεατή, καθώς ο σκηνοθέτης αποφεύγει την επεξήγηση των πολλών λεπτομερειών που κάνουν την διαφορά στην πλοκή του έργου και περιμένει από το κοινό να τις ανακαλύψει.
Σε αυτό το μεγάλο πρακτορικό θρίλερ συναντάμε και τρομερές ερμηνείες, αρχής γενομένης από τον μεγάλο Gary Oldman ( The Dark Knight, The Book of Eli ) στον ρόλο του φαινομενικά υποτονικού αλλά πανέξυπνου George Smiley, όπου ο Oldman δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και γι' αυτό προτάθηκε και για Oscar. Οι χαρακτήρες του έργου είναι εξωτερικά ήρεμοι αλλά κουβαλούν πολύ κρυφή δύναμη και ένταση. Αυτό το καταφέρνουν εξαιρετικά ο Colin Firth (The King's Speech), στο ρόλο του ενός από τους υπόπτους Bill Haydon, και ο Mark Strong (RocknRolla, John Carter), στο ρόλο ενός πράκτορα της υπηρεσίας, του Jim Prideaux. Το cast περιλαμβάνει ακόμα πληθώρα γνωστών ηθοποιών, όπως ο Ciarán Hinds (The Debt) και ο Tom Hardy (Warrior, Inception).
Το Tinker Tailor Soldier Spy είναι ένα ψυχροπολεμικό κατασκοπικό θρίλερ που περιμένει από τον θεατή να αποκωδικοποιήσει τις μπλεγμένες κινήσεις των ηρώων μέχρι να ανακαλύψει τον τελικό και πραγματικό σκοπό τους. Ο Alfredson δημιουργεί ένα έργο αντιπροσωπευτικό του είδους του και σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Tenacious D – Rize of the Fenix

Μία πολύ σημαντική μουσική επιστροφή πραγματοποιείται φέτος και αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη των Tenacious D. Το εκρηκτικό ντουέτο από το Λος Άντζελες, που με δύο δίσκους στο ενεργητικό του έχει αποκτήσει εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως (όπως και στη χώρα μας που δεν την έχουν επισκεφθεί προς το παρόν), μετά από αποχή 6 χρόνων είναι πάλι εδώ για να ροκάρει όπως μονάχα αυτό γνωρίζει. Jack Black και Kyle Gass ενώνουν ξανά τις μουσικές τους δυνάμεις και παρουσιάζουν το τρίτο στούντιο άλμπουμ με τον τίτλο “Rize of the Fenix”.
Ο δίσκος αρχίζει και για τα επόμενα 40 λεπτά περίπου οι T D βάζουν φωτιά στις κιθάρες τους, τα ντραμς ακολουθούν κατά πόδας ενώ ο Jack Black απογειώνει το κάθε κομμάτι με την ερμηνεία του προσθέτοντας και λίγο από την ηθοποιία του. Το ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει τον δίσκο αποτελεί την καλύτερη έναρξη καθώς ο δυναμικός ρυθμός του σε βάζει για τα καλά στην κοσμάρα των Tenacious D και γνωρίζεις πολύ καλά πως και τα επόμενα 12 κομμάτια δεν σε αφήσουν ασυγκίνητο. Απλώς η μελωδία του συγκεκριμένου τραγουδιού είναι εκρηκτική και θα θες να το ακούσεις πολλές φορές ακόμα. Η συνέχεια είναι ανάλογη με το “Low Hangin Fruit” να σε εντυπωσιάζει συνειδητοποιώντας πως οι τύποι δεν έχουν ξεχάσει να προσφέρουν πραγματικό ροκ. Αργότερα, συναντάμε Jack και Kyle να τσακώνονται, αφού ο πρώτος πιστεύει ότι ο δεύτερος χρειάζεται να μάθει να παίζει καλύτερα την κιθάρα του. Φυσικά όλη αυτή η φάση γίνεται για το “Classical Teacher”, όπου αποτελεί το τρίτο «κομμάτι» του άλμπουμ. Ώρα να μεταφερθούμε στην Ισπανία και τις μελωδίες της Ιβηρικής χερσονήσου με το όμορφο “Senorita”.
Και ξανά προς στο γρήγορο δυναμικό τέμπο τραβά. “Deth Starr” και τα μυαλά στο καταπληκτικό riff-άκι της ηλεκτρικής κιθάρας. Η μελωδικότητα του “Roadie” σε ταξιδεύει ενώ πάλι απολαμβάνουμε έναν καβγά μεταξύ των δύο μουσικών στο “Flutes and Trombones”. Το πιο «γλυκό» κομμάτι του δίσκου είναι το “The Ballad of Hollywood Jack and the Rage Kage” με τον Jack Black να σε ανατριχιάζει με τα βραχνά φωνητικά του. Το “Rock is Dead” που ακολουθεί μας θυμίζει πώς είναι το όμορφο, γρήγορο ροκ από μια παλαιότερη δεκαετία και ότι το αυθεντικό ροκ πλέον έχει πεθάνει. Προς το κλείσιμο του δίσκου υπάρχει το “They Fucked Our Asses” που ξεκινάει μελωδικά και κλείνει με ένα ξέσπασμα των οργάνων και της φωνής του Jack Black. Το τελευταίο “39” μας αποχαιρετάει με τον ομορφότερο τρόπο, δηλαδή με μελωδικές νότες σε συνδυασμό με εκπληκτικά φωνητικά.
Η επιστροφή των Tenacious D είναι γεγονός. Ένα γεγονός πολύ ευχάριστο καθώς ο τρίτος δίσκος τους είναι κάτι παραπάνω από εκπληκτικός. Μελωδίες που σου μένουν, riff-άκια που τα σπάνε και ένα αχτύπητο δίδυμο να τα δίνει όλα. Το “Rize of the Fenix” είναι απλά ένα τρομερό άλμπουμ με αυθεντικά ροκ τραγούδια το οποίο μπορείς να ακούς με τις ώρες και να σε ανεβάζει κυριολεκτικά κάθε φορά που το βάζεις.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Μαριέττα Φαφούτη – Try a little romance

Η Μαριέττα Φαφούτη μας παρουσιάζει το ντεμπούτο της δίσκο με τιτλο “Try a little romance”. Μέσα απο τα τραγούδια της μας παρακινει να δοκιμασουμε λίγο ρομαντισμο στη ζωη μας, πραγμα που εχει λειψει πολυ στις μερες μας. Φτιάχνοντας μουσικη μόνη της, χάριζε τις δημιουργιες της στο σινεμα, σε θεατρικες παραστασεις, διαφημίσεις και τελος, έφτιαξε το soundtrack για την ταινια της Λουκίας Ρικάκη «Κράτησε με». Μέχρι που την ανακάλυψε η δισκογραφικη εταιρεια Inner Ear μέσω του MySpace και δεν άργησε να γίνει η πρόταση και να δημιουργηθει ο πρωτος μουσικος δίσκος της Μαριεττας.
Ιστορίες αγάπης, μελαγχολία, χαρά, όμορφα τοπία, χρώματα συνθέτουν τα τραγούδια του δίσκου. Δυναμικό ξεκίνημα με το “Ouverture” και συνέχεια με το καταπληκτικότερο, κατ’εμέ, τραγούδι του άλμπουμ, το «Don’t Stop”, για το οποίο προσφάτως γυρίστηκε και video clip. Ο δίσκος συνεχίζει στο ίδιο χαρούμενο τέμπο, ενώ στα μέσα γεύεσαι τις μελαγχολικές μελωδίες του “The girl who loved the rain”. Τα “A true romance” και “Lalala” σε κάνουν να αγαπήσεις τη Μαριέττα, επειδη μόνο και μόνο με το ακουσμα τους γίνεσαι χαρούμενος και χαμογελαστός. Ηρεμούμε με τα “If” και “My beautiful girl”, ενω το τελος του δίσκου δεν θα μπορούσε να μην είναι δυναμικό, έχοντας το “Just go on”.
Η Μαριέττα Φαφούτη αποτελει αποδειξη για το οτι η ελληνική ποπ με ξενόγλωσσο στίχο ζει και βασιλεύει. Μπορείς να χαμογελάσεις, να συγκινηθείς, να μελαγχολήσεις, και όλα αυτα μέσα σε αυτά τα 11 τραγούδια. Αναμφισβήτητα θα μας απασχολήσει και τα επόμενα χρόνια, ελπίζοντας για καλύτερα πράγματα, έχοντας ανεβάσει τον πήχη ήδη ψηλά.

Once upon a time in Anatolia

Σε μία μικρή πόλη της Ανατολίας, ένας φόνος έχει φέρει την αναστάτωση στην καθημερινότητα της μικρής κοινωνίας. Ο δράστης έχει συλληφθεί και μαζί με μια ομάδα ξεκινάνε να βρουν το νεκρό πτώμα κάπου στα βάθη της Ανατολής. Ο αστυνομικός, ο γιατρός, ο εισαγγελέας και ο ύποπτος, θα περάσουν ένα βράδυ που θα φέρει στην επιφάνεια πολλά περισσότερα απ' όσα περιμένανε στην αρχή.
Ο γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη Nuri Bilge Ceylan, με το Once upon a time in Anatolia προσθέτει άλλη μια εξαιρετική ταινία στην μεγάλη καριέρα του. Το αρχικό έγκλημα είναι η αρχή για ένα ντόμινο κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού για τους ανθρώπους αλλά και για την εσωτερική Τουρκία, που είναι τόσο διαφορετική από την εικόνα της μεσογειακή πλευρά της. Κάθε χαρακτήρας έρχεται με αυτά που αντιπροσωπεύει και κατά την διάρκεια της νύχτας αναγκάζεται να αποκαλύψει τα πραγματικά προβλήματα που κρύβει από πίσω. Η δουλειά του σκηνοθέτη είναι καταπληκτική, με τα τρομερά μονοπλάνα του να μαγεύουν και να καθηλώνουν τον θεατή, παρ' όλη την παντελή έλλειψη δράσης. Σημαντικό κομμάτι της ταινίας είναι και η φανταστική φωτογραφία της, με κύριο στοιχεία τα απέραντα πλάνα από τις περίεργα σαγηνευτικές στέπες της Ανατολής.
Ο Nuri Bilge Ceylan χωρίς φραγμούς σχολιάζει, σατιρίζει και ειρωνεύεται το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της χώρας του, εμφανίζοντας τα βαθιά προβλήματα που ακόμα αυτό έχει. Ο ρυθμός της ταινίας είναι αργός, μεθυστικός, που ζητάει από τον θεατή να αφεθεί για να τον τραβήξει. Το Once upon a time in Anatolia είναι από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, γυρισμένη μακριά από το Hollywood, και τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, και με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Gossip – A Joyful Noise

Δραστηριοποιούνται στην δισκογραφία εδώ και 12 χρόνια ενώ σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση παγκοσμίως. Χρειάστηκαν 6 χρόνια για να κάνουν το μπαμ στο μουσικό στερέωμα με το “Standing in the Way of Control” και 9 χρόνια για να γίνουν πασίγνωστοι με το “Music for Men” στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η Νο1 επιτυχία τους που συνεχίζει να παίζει ασταμάτητα σε ραδιόφωνο και μαγαζιά, “Heavy Gross”. Οι Gossip, λοιπόν, επιστρέφουν φέτος με το πέμπτο τους στούντιο άλμπουμ με τίτλο “A Joyful Noise”.
Η φετινή δισκογραφική δουλειά της αμερικανικής μπάντας είναι περισσότερο προσεγμένη από οποιαδήποτε προηγούμενη. Λογικό, καθώς παραγωγός του δίσκου είναι ο Brian Higgins, ο οποίος έχει αναλάβει την παραγωγή δίσκων των Pet Shop Boys, της Kylie Minogue και πολλών άλλων καλλιτεχνών της ποπ μουσικής. Περισσότερο ποπ οι μελωδίες του “A Joyful Noise” οι οποίες σε συνδυασμό με τα beat-άκια συνθέτουν έναν πλήρως χορευτικό δίσκο. Η τραγουδίστρια του γκρουπ, Beth Ditto, δήλωσε πως για την ηχογράφηση των καινούριων τραγουδιών επηρεάστηκε ακούγοντας μονάχα ABBA. Από το πρώτο κιόλας κομμάτι του άλμπουμ, “Melody Emergency”, καταλαβαίνεις ότι τα επόμενα 45 λεπτά θα είναι γεμάτα χορευτικές μελωδίες γεμάτα δυνατά beats. Το “Perfect World” δικαίως αποτελεί το πρώτο single με το ρεφραίν να σου μένει απευθείας και τα όμορφα γυρίσματα της frontwoman της μπάντας να κάνουν την διαφορά. Επόμενη στάση έχει στο “Move in the Right Direction” το οποίο ίσως αποτελεί και το πιο ανεβαστικό κομμάτι του δίσκου. Το “Get Lost” σε πηγαίνει αμέσως στη δεκαετία του ’70 δείχνοντας το πόσο έχει επηρεαστεί το γκρουπ από τους ΑΒΒΑ ενώ το “Involved” εντυπωσιάζει και αυτό μετα beat-άκια του.
Ένα κράμα από pop, punk, dance-rock αποτελεί το “A Joyful Noise”. Η ηλεκτρική κιθάρα βέβαια λείπει κατά πολύ σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους αλλά το σύνολο είναι εξαιρετικό. Από την αρχή μέχρι το τέλος, με εξαίρεση 2-3 κομμάτια, ο δίσκος δεν σε αφήνει να ηρεμήσεις και οι Gossip πλέον να αποτελούν ένα αγαπημένο σου συγκρότημα.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

J. Edgar

Ο John Edgar Hoover ήταν σε θέση να γνωρίζει τα μυστικά των πάντων στην Αμερική. Όντας διευθυντής του FBI για πάρα πολλά χρόνια, είχε στην κατοχή του πληροφορίες που έκαναν πολλούς να τον φοβούνται, ενώ με τις ριζοσπαστικές μεθόδους του μετέτρεψε το FBI στην σημαντική οργάνωση που είναι σήμερα. Η εικόνα που έδειχνε προς τα έξω όμως, έκρυβε πολλά στοιχεία του εαυτού του που μετά τον θάνατό του άρχισαν να αποκαλύπτονται σιγά σιγά.
Η τελευταία ταινία του Clint Eastwood ασχολείται με έναν από τους σημαντικότερους άντρες τις Αμερικής, το έργο του οποίου, όσο αμφιλεγόμενο και αν ήταν, έχει αφήσει τα σημάδια του μέχρι και σήμερα. Ο J. Edgar ήταν μια αντιφατική προσωπικότητα που εκβίαζε πολιτικούς γνωρίζοντας πολλά μυστικά για αυτούς, ενώ κυνηγούσε τους ομοφυλόφιλους, την ώρα που ο ίδιος διατηρούσε σχέση με τον έμπιστο συνεργάτη του, Clyde Tolson. Η ιστορία της ζωής ενός τόσο ισχυρού άνδρα, στην πραγματικότητα έχει πάρα πολλές διαφορετικές πτυχές, είτε την εξετάσει κανείς από την πολιτική πλευρά είτε από την κοινωνική. Ο Clint Eastwood αποφασίζει να επικεντρωθεί στην σχέση του Edgar με την πιεστική μητέρα του και τον κρυφό δεσμό του, τον Clyde, και στον τρόπο που ο Edgar προσπαθεί να κρύψει τον πραγματικό του εαυτό. Τα πολιτικά στοιχεία της ταινίας είναι πολύ λιγότερα απ' όσα θα έπρεπε, ενώ και το κοινωνικό και ψυχολογικό πρόβλημα στο οποίο εμπλέκεται ο Edgar καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με μελόδραμα. Ο Clint Eastwood φαίνεται πως φοβάται να προκαλέσει και έτσι η ταινία του δεν καταφέρνει να φτάσει την δυναμική που φέρνει μαζί του το όνομα του J. Edgar.
Δυνατότερο στοιχείο της ταινίας αυτής είναι ο πρωταγωνιστής της, Leonardo DiCaprio(Shutter Island, Body of Lies, Inception). Ο DiCaprio ξεχωρίζει για άλλη μια φορά με την ερμηνεία του αυτή, λόγω της οποίας προτάθηκε και για Χρυσή Σφαίρα. Δίπλα του βλέπουμε τον Armie Hammer στον ρόλο του Clyde Tolson και την Naomi Watts (Dream House) στον ρόλο της πιστής γραμματέως, Helen Gandy. Τα προβλήματα της ταινίας όμως εμφανίζονται ξανά, καθώς οι δεύτεροι χαρακτήρες δεν δημιουργούν κανένα ενδιαφέρον ενώ το μακιγιάζ, που χρειάστηκε ο DiCaprio είναι πολύ κακό, ειδικά για μια τέτοια παραγωγή.
Ο Clint Eastwood χρησιμοποιεί ως θέμα στην ταινία του ένα πολύ δυνατό όνομα για να δημιουργήσει αντίστοιχης δυναμικής προσδοκίες. Οι επιλογές του σκηνοθέτη μεταφέρουν το παιχνίδι εξουσίας, δολοπλοκίας αλλά και πρωτοπορίας που χαρακτηρίζει την ζωή του Edgar και προτιμά να αναλωθεί σε ένα μελόδραμα μεταξύ δυο ανθρώπων. Το αποτέλεσμα δεν εκπληρώνει ποτέ τις αρχικές προσδοκίες και αναπόφευκτα αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. 

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More